Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013





Από τους Αριστείδη Αποστόλου (apostolou@attikipress.gr) & Στράτο Ιωακείμ (ioakim@attikipress.gr)



Με σταθερά και προσχεδιασμένα βήματα, οι δανειστές των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρώπης δρομολογούν τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ευρώπη, αναφορικά με τους «νέους κανόνες» που θα διέπουν το τραπεζικό σύστημα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα κράτη που ελέγχουν την ευρωζώνη (πρόκειται κυρίως για τη Γερμανία και τις χώρες του βορρά, που στηρίζουν την ηγέτιδα δύναμη της «Γηραιάς Ηπείρου») έχουν ξεκινήσει ήδη να εφαρμόζουν τα σχέδιά τους, δημιουργώντας προβληματισμό και ανησυχία στους Ευρωπαίους πολίτες, οι οποίοι βρίσκονται πλέον σε καθεστώς απόλυτης ανασφάλειας για το τι μέλλει γενέσθαι.


 Ο ερχομός της «νέας τάξης πραγμάτων» φαίνεται ξεκάθαρα από τη συζήτηση που δρομολογήθηκε στο Δουβλίνο, στο Eurogroup της Παρασκευής (12/04), για το «κούρεμα» καταθέσεων, καθώς και από τις τελευταίες εξελίξεις-παρεμβάσεις στο τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας και της Κύπρου . Είναι επίσης ξεκάθαρο πως οι δανειστές έχουν τα μέσα να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους στις τράπεζες των υπερχρεωμένων χωρών.  «Πειραματόζωα» σε αυτό είναι η Κύπρος, αλλά και η Ελλάδα, στην οποία έγινε ήδη μία απροκάλυπτη παρέμβαση, καθώς οι δανειστές αποφάσισαν την αναστολή μίας (ήδη δρομολογημένης και στηριζόμενης από την ελληνική κυβέρνηση) συγχώνευσης, ανάμεσα στην Εθνική Τράπεζα και την Eurobank.



Η συγχώνευση που «ναυάγησε»



Μπορεί ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας να διαβεβαίωνε προς πάσα κατεύθυνση πως δεν τίθεται θέμα να μη γίνει η συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με τη Eurobank, όμως η «γραμμή» άλλαξε μετά την… προτροπή των δανειστών: πλέον συζητείται το πάγωμα της διαδικασίας, αν όχι το οριστικό «ναυάγιο», πάντα για… το καλό της ελληνικής οικονομίας. Ένα email που έφθασε στο γραφείο του υπουργού Οικονομικών και του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος –και το οποίο δε διαψεύσθηκε ποτέ– δείχνει πως οι δύο κορυφαίοι παράγοντες γνώριζαν για τις προθέσεις των τροϊκανών και την επιθυμία τους να μη προχωρήσει η συγχώνευση των δύο τραπεζών από τις 26 Μαρτίου.

Το μήνυμα που στάλθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αναφέρει μεταξύ άλλων: «ή σταματάτε αμέσως τις διαδικασίες συγχώνευσης Εθνικής και Eurobank ή αλλιώς συρρικνώνετε και πουλάτε το νέο σχήμα σε σύντομο χρονικό διάστημα». Εάν οι δύο τράπεζες περάσουν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, θα πρέπει να αναζητήσουν τον Σεπτέμβριο «αξιόπιστο επενδυτή με σχετική εμπειρία» (reputable investor with relevant experience), στον οποίο θα πωληθεί ποσοστό της τάξης του 20-25%, αναφέρει το email.

Το κείμενο που στάλθηκε στις 26 Μαρτίου, υπογράφουν και οι τρεις επικεφαλής της τρόικας, με τα μικρά τους ονόματα (Poul, Klaus, Matthias). Από το κείμενο, λοιπόν, φαίνεται πως η τρόικα είχε επιφυλάξεις για τη συγχώνευση, οι οποίες ήταν γνωστές στο υπουργείο Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος. Το ηλεκτρονικό μήνυμα καταλήγει με το τελεσίγραφο: «Εάν δεν μπορείτε να σταματήσετε τη συγχώνευση, τότε στις 30 Απριλίου θα ζητήσουμε είτε να συρρικνώσετε (shrink) την τράπεζα, είτε να την πουλήσετε σε εύλογο, αλλά σύντομο χρονικό διάστημα». 



«Αγώνας δρόμου» για ανακεφαλαιοποίηση



Εμφανώς ταραγμένο το οικονομικό επιτελείο, αλλά και οι παράγοντες των τραπεζών, «τρέχουν» πλέον για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Οι τράπεζες χρειάζεται να συγκεντρώσουν το 10% των ιδιωτικών κεφαλαίων από τις αυξήσεις των μετοχικών τους κεφαλαίων στο πλαίσιο της ξεχωριστής τους διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης, όπως αποφασίσθηκε μετά το «πάγωμα» της συγχώνευσης. Πλέον αναμένονται οι αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων. Τα σχετικά σχέδια παρουσιάστηκαν στο ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, που –σύμφωνα με πληροφορίες– θα τα εξετάσει χωρίς να θέσει «προβλήματα» στη σχετική διαδικασία.

Οι δυο τράπεζες ακόμη και στην περίπτωση που δεν πετύχουν να συγκεντρώσουν το ελάχιστο 10% της ιδιωτικής συμμετοχής επενδυτών, θα ανακεφαλαιοποιηθούν πλήρως από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), με αποτέλεσμα μια σειρά από προβλήματα που ενδεχομένως να μας απασχολήσουν στο κοντινό μέλλον.

Τα επιτελεία, πάντως, και των δύο τραπεζών θα προσπαθήσουν για τη διατήρηση του ιδιωτικού τους χαρακτήρα και του μάνατζμεντ, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια να βρουν το πολυπόθητο 10%, που για την Εθνική είναι 975 εκατ. ευρώ και για τη Eurobank 570 εκατ. ευρώ.



Ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί τις επιφυλάξεις του, σημειώνοντας πως «μετά το κούρεμα των ομολόγων τους, λόγω του περίφημου PSI, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και ιδιαίτερα της Εθνικής, εκμηδενίζει ουσιαστικά την αξία των μετοχών  που κατέχουν τα ταμεία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το παρόν και το μέλλον των συντάξεων». Τα τεχνικά θέματα και οι ενστάσεις της τρόικας για τη συγχώνευση των δύο τραπεζών μπορεί και να κρύβουν και άλλα πράγματα πίσω από τις λέξεις. Είναι λοιπόν πολύ πιθανό, οι σχεδιασμοί να αφορούν τη μεταβίβαση των δύο τραπεζών σε ενδεχόμενους μνηστήρες, οι οποίοι ευκολότερα θα μπορούν να απορροφήσουν τη μία ή την άλλη τράπεζα ξεχωριστά, αντί για ενιαίο επιχειρηματικό όμιλο. Επίσης, οι σχεδιασμοί της τρόικας είναι πιθανό να περνούν -με τη σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης- από τις διαδικασίες «εξυγίανσης» των προβληματικών τραπεζών με κόστος που θα πληρώνουν οι καταθέτες. Αντίστοιχο «πείραμα», δηλαδή, με την περίπτωση της Κύπρου. 



Έρευνα για το «ναυάγιο»



Τη διερεύνηση πιθανής τέλεσης αδικημάτων για τη συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με την Eurobank και ειδικά μετά τις δηλώσεις πολιτικών ότι ο υπουργός Οικονομικών γνώριζε το «ναυάγιο» της επίμαχης συγχώνευσης, ζητούν με αναφορά που κατέθεσαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Τέντε, ο βουλευτής Φθιώτιδος του κόμματος «Νέα ΜΕΡΑ» Νίκος Σταυρογιάννης και το μέλος της Πολιτικής Γραμματείας Μιχάλης Γιαννάκης. Ειδικότερα, ζητούν να ερευνηθεί εάν έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα της παράβασης της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, της χαλιναγώγησης των μετοχών, κ.λπ. Παράλληλα, κατέθεσαν πρακτικά της Βουλής με διαλόγους του υπουργού Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα και του προέδρου των Ανεξάρτητων Ελλήνων, Πάνου Καμένου, όπως και αποσπάσματα τηλεοπτικών εκπομπών για το επίμαχο θέμα. Την αναφορά μελετά ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νίκος Παντελής. 



Ο «κίνδυνος» κρατικοποίησης των τραπεζών 



Ένα από τα βασικά ερωτήματα που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή στην ελληνική πραγματικότητα είναι εάν θα κρατικοποιηθούν οι συστημικές τράπεζες (δηλαδή, εάν ανακεφαλαιοποιηθούν εξ ολοκλήρου από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και περάσουν υπό τον πλήρη έλεγχό του), οι οποίες δεν καταφέρουν τελικά να καλύψουν το 10% της ιδιωτικής συμμετοχής κατά την αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου. Το ερώτημα αφορά κυρίως την Εθνική Τράπεζα και τη Eurobank, οι οποίες αντιμετωπίζουν το σχετικό πρόβλημα, αλλά και τις έντονες πιέσεις από την τρόικα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο προσχέδιο του Μνημονίου αναφέρεται πως στην περίπτωση που οι δύο παραπάνω τράπεζες κρατικοποιηθούν πλήρως, τότε θα αναζητηθεί επενδυτής, στον οποίο θα πωληθεί ένα πολύ σημαντικό ποσοστό. Ειδικότερα, προβλέπεται πως το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα αναζητήσει τον Σεπτέμβριο έναν «αξιόπιστο επενδυτή με σχετική εμπειρία», στον οποίο θα πωληθεί περίπου το 20-25% των τραπεζών αυτών.

Τον «κίνδυνο» να τεθούν οι δύο τράπεζες υπό δημόσιο έλεγχο επισημαίνει ο αμερικανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody's. Όπως επισημαίνεται, τυχόν κρατικοποίηση «θα είναι αρνητική για την πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζών, επειδή πιθανόν: θα εξαλείψει την ανεξαρτησία των διοικητικών συμβουλίων τους και θα εξασθενήσει την εταιρική διακυβέρνησή τους, θα εξασθενήσει τη διαχείριση των κινδύνων και θα οδηγήσει πιθανόν σε πιστωτικές αποφάσεις στη βάση μη εμπορικών κριτηρίων, καθώς και θα περιπλέξει τις λειτουργίες με την αναδιάρθρωση της διοίκησης στο ανώτατο επίπεδο και θα εξασθενήσει την ικανότητα των τραπεζών να αντιδρούν στις εξελίξεις στις αγορές, καθιστώντας τις λιγότερο ανταγωνιστικές». 



Σε κάθε περίπτωση υπάρχει σημαντικός κίνδυνος αφελληνισμού των τραπεζών, αφού ακόμα και στην περίπτωση πλήρους κρατικοποίησής τους, η «εξαρτημένη» ελληνική κυβέρνηση θα επηρεάζεται άμεσα από τους δανειστές της σε οποιαδήποτε μελλοντική απόφαση για το τραπεζικό σύστημα.

Είναι αφοπλιστική η απάντηση που έδωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος σε ερώτηση που του έγινε στη Βουλή για το ενδεχόμενο αφελληνισμού των τραπεζών: «Tι θα πει αφελληνισμός; Εγώ θέλω καλές τράπεζες. Δεν με νοιάζει αν είναι γαλλική, γερμανική, ελληνική ή αμερικανική. Θέλω καλές τράπεζες».

Μάλιστα, ο κ. Προβόπουλος συμπλήρωσε, στο ίδιο μήκος κύματος:  «Αυτή τη στιγμή οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι ελληνικές –μην ξεχνάτε ότι ανήκουν σε ξένους μετόχους. Κατά το ήμισυ δεν είναι ελληνικές. Εάν αυτό το διάστημα της μεγάλης κρίσης ήταν ξένα ονόματα, δεν θα ήταν αποκομμένες από τις ξένες αγορές και το θέμα της ρευστότητας, που σήμερα αντιμετωπίζουμε, δεν θα υπήρχε. Θα ήταν πολύ καλύτερες οι καταστάσεις». 



Οι παράπλευρες απώλειες



Οι εξελίξεις στο ελληνικό σύστημα, από την αναδιάρθρωση μέχρι την ανακεφαλαιοποίηση, δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στην ελληνική οικονομία. Πλέον χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2012 διαμορφώθηκε στο πολύ υψηλό ποσοστό του 10% του ΑΕΠ, καθώς στο παραπάνω ποσοστό συμπεριλαμβάνονται τα 7,7 δισ. ευρώ (4% του ΑΕΠ) που διατέθηκαν για τη στήριξη του εγχώριου πιστωτικού συστήματος. Εάν δεν υπολογιστούν τα κεφάλαια αυτά, το έλλειμμα διαμορφώνεται στο 6% του ΑΕΠ ή στα 11,6 δισ. ευρώ. Μοιραία, καθίσταται πιο δύσκολη η προσπάθεια για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τους κανόνες της Eurostat. 

Πιο απλά, το έλλειμμα επιστρέφει στα επίπεδα του 2010, με τη δυσμενή προοπτική να ξεφύγει περαιτέρω, αγγίζοντας την καταστροφική χρονιά του 2009. Παράλληλα, παραμένει ακανθώδες το πρόβλημα ρευστότητας στην αγορά, με τις τράπεζες «καθηλωμένες» να δηλώνουν αδυναμία να συμβάλουν σε τροφοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Ένα υπαρκτό γεγονός που αποτυπώνεται και από τα οικονομικά στοιχεία που βλέπουν συνεχώς το φως της επικαιρότητας. 



Το «κούρεμα» στην ευρωπαϊκή ατζέντα 



Η «νέα τάξη πραγμάτων» στο τραπεζικό σύστημα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός πως το θέμα του «κουρέματος» καταθέσεων ήταν στην ατζέντα του Eurogroup της Παρασκευής. Μάλιστα, έρχεται τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι προετοιμάζουν ένα σχέδιο νόμου που προβλέπει την επιβολή ζημιών σε όσους διατηρούν μεγάλες αποταμιεύσεις σε «προβληματικές» τράπεζες. Το εν λόγω σχέδιο νόμου μπορεί να τεθεί σε ισχύ από το 2015 και θα διέπει την λεγόμενη διαδικασία είσπραξης επισφαλών απαιτήσεων και εκκαθάρισης τραπεζών.

Είναι λοιπόν πολύ πιθανό, το «κούρεμα» καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ, να μεταφερθεί στους νέους κανόνες της Ε.Ε., προσδίδοντας στην επιβολή ζημιών σε ανασφάλιστους αποταμιευτές μόνιμο χαρακτήρα σε ό,τι αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης μελλοντικών τραπεζικών κρίσεων. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα που ξεκίνησε με αφορμή την Κύπρο, δημιουργεί μεγαλύτερη ανασφάλεια σε καταθέτες και επενδυτές, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη προς τα πιστωτικά ιδρύματα. Σε παράλληλο επίπεδο, δημιουργεί προβλήματα και πτωτικές τάσεις στις διεθνείς αγορές. 



Η εποπτεία τραπεζών 



Οι συζητήσεις στο Δουβλίνο θα φέρουν στο προσκήνιο και το ζήτημα της αυξημένης εποπτείας των τραπεζών, μίας θέσης που υποστηρίζεται εδώ και πολλούς μήνες από αρκετές χώρες της Ευρώπης (μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η Γαλλία και η Ιταλία).

Μεσοβδόμαδα, η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, έθεσε το θέμα, σημειώνοντας πως η ευρωζώνη χρειάζεται μια πραγματική τραπεζική ένωση που θα ενισχύσει τα θεμέλια της νομισματικής ένωσης˙ ένα γεγονός που θα συμβάλει στην ασφάλεια των καταθέσεων και σε ένα υγιές τραπεζικό σύστημα, εξασφαλίζοντας –με τον τρόπο αυτό–  χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Όπως τόνισε η κ. Λαγκάρντ, η συμφωνία για τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό θα συμβάλει στην ανακούφιση του χρέους της Ελλάδας.

Η επικεφαλής του ΔΝΤ σημείωσε πως στην ευρωζώνη χρειάζεται πολιτική με περισσότερες συλλογικές λύσεις, ενώ υποστήριξε πως δεν είναι εύκολο για τις 17 χώρες της ευρωζώνης να συμφωνήσουν για την εφαρμογή μεγάλων πολιτικών πρωτοβουλιών σε ένα τέτοιο σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Τέλος, η κ. Λαγκάρντ έθεσε τις προτεραιότητες που θα ισχύουν εφεξής στο τραπεζικό σύστημα. Όπως σημείωσε, «προτεραιότητα για το τραπεζικό σύστημα πρέπει να συνεχίσει να είναι η ανακεφαλαιοποίηση και η αναδιάρθρωση και όπου απαιτείται το κλείσιμο τραπεζών». 



Το τραπεζικό απόρρητο 



Ισχυρές πιέσεις εφαρμόζονται –αυτήν την εποχή, περισσότερο από ποτέ– και στο ζήτημα του τραπεζικού απορρήτου, με κύριο αποδέκτη το Λουξεμβούργο. Για άλλη μία φορά, ήταν η Γερμανία αυτή που άσκησε αφόρητες πιέσεις προς το Λουξεμβούργο, το οποίο τελικά υπέκυψε στις  διαθέσεις της. Μάλιστα, η πίεση από το Βερολίνο επιτάθηκε τις τελευταίες μέρες, με σειρά δημοσιευμάτων περί «φορολογικών παραδείσων» από μέσα ενημέρωσης που κατέτασσαν στην κατηγορία αυτή και το Λουξεμβούργο. 

Ανακοινώνοντας τη σχετική απόφαση, ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, δήλωσε ότι η κυβέρνησή του είναι έτοιμη να χαλαρώσει τους κανόνες που διέπουν το τραπεζικό απόρρητο, ώστε από 1ης Ιανουαρίου 2015 να ανταλλάσσονται αυτόματα πληροφορίες. Από την πλευρά της, η Γερμανία εξέφρασε την ικανοποίησή της, χαιρετίζοντας τη συγκεκριμένη απόφαση που πήρε η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου. Το σίγουρο είναι πως η άρση του τραπεζικού απορρήτου θα επεκταθεί και σε άλλες χώρες, προκειμένου να υπάρξει ένας «γενικότερος έλεγχος».



- Copyright © Touareg Blue -