Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014



Διαβάζω, από το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα κάποια πολύ ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία για την περίοδο της μεταπολίτευσης και δη της πασοκικής κυριαρχίας. Άσχετα αν συμφωνεί κάποιος ή διαφωνεί ιδεολογικά και πολιτικά, οι παρατηρήσει και οι αναλύσεις του συγγραφέα είναι ιδιαίτερα εύστοχες. Στην εισαγωγή του αναφέρει χαρακτηριστικά τις ρίζες της κακοδαιμονίας μας και του ραγιαδισμού στην νοοτροπία μας ακόμα και σήμερα:
«Η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονες, έναν αγγλικόν και ένα αμερικανικόν» (Γεώργιος Παπανδρέου, 1960)
«Η Ελλάδα δεν μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά ανεξάρτητη, αυτό είναι παραλογισμός. Θα είναι ή ρωσική ή αγγλική και, αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αναγκαστικά αγγλική» (σερ Λάϊονς, άγγλος πρεσβευτής, 1840).
«Το μέλλον της Ελλάδας αποφασίζεται στο Λονδίνο, όχι στην Αθήνα» (Λόιντ Τζώρτζ, 1912)
Ακολουθούν αποσπάσματα από τις αναλύσεις του για την μεταπολίτευση:
«Η χώρα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική χρεοκοπία και την καταστροφή. Οδηγούμαστε όχι μόνο στη χρεοκοπία, το μαρασμό, την πλήρη εξάρτηση από τις δυτικές τράπεζες, αλλά και σε μια σκληρή ημιφασιστική λύση, με τεράστια πτώση του βιοτικού επιπέδου και μαζική ανεργία» (από κείμενο της 17Ν του 1986).

«Μετά την κρίση του 1985, η αλλαγή στην οικονομική εξάρτηση γινόταν εμφανής. Οικονομική εξάρτηση από τις ευρωπαϊκές κυρίως τράπεζες και την ΕΟΚ, στην οποία κυριαρχούσε ολοένα και περισσότερο η δυτική, τότε, Γερμανία.»

«Η έννοια της πρωτοπορίας είναι βασικά αστική έννοια, σχετίζεται με την επιδίωξη της κυριαρχίας, πράγμα που αντιφάσκει με την έννοια της ατομικής και συλλογικής χειραφέτησης».

«Εκείνη την περίοδο (1989) ασκήσαμε έντονη κριτική στη ρεφορμιστική αριστερά. Ξεκινώντας από την εμπλοκή της στο σκάνδαλο Κοσκωτά, αφού είχε οικονομικές συναλλαγές μαζί του (καταθέσεις του ΚΚΕ στην τράπεζά του, δάνεια της ΕΑΡ). Και προβλέποντας εκείνο που φαινόταν τότε αδιανόητο: το σχηματισμό κυβέρνησης με τον Μητσοτάκη…. Η επιλογή της ηγεσίας της αριστεράς-για την ακρίβεια, η προδοσία της ηγεσίας προς την Αριστερά-να συνεργαστεί κυβερνητικά με τον Μητσοτάκη, να υποστηρίξει ουσιαστικά τον ελληνικό καπιταλισμό, βοηθώντας τον να ξεπεράσει την κρίση του, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ούτε, βέβαια, ήταν αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας κάποιων «φωτισμένων προσωπικοτήτων» που έφεραν κοντά την Αριστερά με τη Δεξιά. Ήταν το λογικό κορύφωμα μιας ολόκληρη πορείας που κρατά δεκαετίες, μιας πορείας συμβιβασμών και ταξικής προδοσίας. Από το 1944 ακόμα, όταν επικράτησε τότε η αντεπαναστατική μερίδα της ηγεσίας, φρενάρισε και τελικά πρόδωσε τη μεγαλειώδη λαϊκή επανάσταση. Με σημείο καμπής το 1956, όταν επικράτησε και θεσμικά ή γραμμή του ειρηνικού περάσματος, η γραμμή δηλαδή της άρνησης της επαναστατικής αντιβίας, το πρόκριμα της ειρηνικής ταξικής συνύπαρξης. Η κυβερνητική συμμαχία με τη Δεξιά δεν ήταν παρά η τυπική επικύρωση αυτής της πορείας».

«Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, σαρώνει τα πάντα στο οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό πεδίο: «Απελευθέρωση» του κεφαλαίου, άνοιγμα των δημόσιων λειτουργιών στην ιδιωτική εκμετάλλευση, μεγιστοποίηση του κοινωνικού κατακερματισμού, ενίσχυση του αυταρχικού κράτους, αναίρεση της όποιας αστικής δημοκρατίας, μεθοδική καταστροφή κάθε έννοιας συλλογικότητας.
Απλώνεται η εποχή της μοναδικής σκέψης, ο θρίαμβος του ατομισμού. Η προσπάθεια να αφοπλιστεί ιδεολογικά το κίνημα, να αποκοπούν οι κοινωνίες από τον λαϊκό πολιτισμό, την αγωνιστική μνήμη, την επαναστατική παράδοση. Το βαρύ πυροβολικό, τα ΜΜΕ, προωθεί συστηματικά, γκεμπελικά, τον ατομισμό, τον  καταναλωτισμό, το λάϊφ στάιλ.

Στις αρχές αυτής της νεοφιλελεύθερης εποχής του καπιταλισμού, στην Ελλάδα ξεκινάει η «σοσιαλιστική» φάση του εκσυγχρονισμού του ελληνικού καπιταλισμού. Το 1981, το 63% των ψηφοφόρων (48% στο ΠΑΣΟΚ και το υπόλοιπο στην Αριστερά) ζήτησε πολιτική, κοινωνική και οικονομική αλλαγή. Το λαϊκό φαντασιακό έβλεπε το ΠΑΣΟΚ, με το ριζοσπαστικό πρόγραμμά του- αντιιμπεριαλισμός,  κοινωνική δικαιοσύνη, οικονομικά αυτοδύναμη ανάπτυξη) τον φορέα μιας πραγματικής αλλαγής. Όμως οι αλλαγές που προώθησε το ΠΑΣΟΚ περιορίστηκαν στο πεδίο των πολιτικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων (αναγνώριση Εθνικής Αντίστασης, κατάργηση χουντικών νόμων, καθιέρωση πολιτικού γάμου, δημιουργία του ΕΣΥ κ.α.)..

Το ΠΑΣΟΚ δεν προχώρησε στην  προγραμματικά διακηρυγμένη παραγωγική αναδιάρθρωση- δημόσιες επενδύσεις, καθετοποίηση μεταποιητικού τομέα, αναπροσανατολισμό και αναδιάρθρωση του αγροτικού τομέα. Δεν θέλησε να έρθει σε όποια αντιπαράθεση με το ελληνικό και ξένο κεφάλαιο, συνεχίζοντας ουσιαστικά το μεταπολεμικό «αναπτυξιακό» μοντέλο της ελληνικής εξαρτημένης οικονομίας παροχής υπηρεσιών, ενισχύοντας την καταναλωτική πλευρά του, που χρησιμοποίησε με δανεισμό…
Το συνεχώς αυξανόμενο δημόσιο χρέος αποτελεί το βασικό μοχλό πίεσης στα ελληνικές κυβερνήσεις, τόσο από το γερμανικό όσο και από το αμερικάνικο κεφάλαιο, που υπαγορεύουν την οικονομική πολιτική λιτότητας, που αναλαμβάνει, από το 1985 κιόλας, να υλοποιήσει ο κατεξοχήν άνθρωπος της γερμανικής ΕΟΚ, ο Σημίτης. Και την εξωτερική πολιτική, με την ελληνική στροφή στο Νταβός το 1988, που «τακτοποιεί» τα τοπικά προβλήματα του ΝΑΤΟ σε βάρος της Ελλάδας.

Η συνέχιση του μεταπολεμικού οικονομικού μοντέλου από το ΠΑΣΟΚ οδηγούσε στη συνεχή αύξηση του τομέα των υπηρεσιών και στη σταθερή διόγκωση των μεσοστρωμάτων. Επιπλέον, η διάλυση του δευτερογενούς τομέα και η μεθοδική υπονόμευση της αγροτικής παραγωγής, ως συνέπειες της ένταξης στην ΕΟΚ, δημιούργησαν ογκώδη αύξηση της ανεργίας. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησαν τον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό ως χώρο απορρόφησης της ανεργίας, διογκώνοντας ακόμα περισσότερο τα μεσοστρώματα.
Μέσα από το κράτος διαμόρφωσε την εκλογική του πελατεία, τον κομματικό του μηχανισμό, τη νομενκλατούρα του με τους ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους, τα μεσαία στρώματα της γραφειοκρατίας, τους κρατικοδίαιτους διανοούμενους, τους επιχορηγούμενους πανεπιστημιακούς, την εργατική αριστοκρατία των ΔΕΚΟ, τους αξιωματούχους των ενόπλων θεσμών, που λάμβαναν το μερίδιό τους από τις μίζες και τα οφέλη από τη διαχείριση των κονδυλίων: Μοσοστρώματα που εξαργύρωναν με προνόμια και διαφθορά τη στήριξη στο κόμμα. 
Τα μεσοστρώματα αυξάνονται ως ποσοστό του πληθυσμού, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ταξική σύνθεση του πληθυσμού και, με τα συγκεκριμένα πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά τους, οδηγούν σε ολοένα και χαμηλότερο επίπεδο της διεξαγωγή της ταξικής πάλης στη χώρα μας.
Είναι ο κοινωνικός χώρος στον οποίο κυριαρχεί ο ατομισμός, η δίψα για κατανάλωση, η ιδιοτέλεια, η λατρεία σε όλες τις καθιερωμένες αξίες της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μια κοσμοπολίτικη αντίληψη που διευκολύνει την πολιτισμική επίθεση για την αποκοπή των λαϊκών τμημάτων από το λαϊκό πολιτισμό, τις αγωνιστικές παραδόσεις, τη συλλογική μνήμη. Είναι ο χώρος στον οποίο μεγαλούργησε το λάϊφ στάιλ, η επίδειξη της κατανάλωσης και του πλούτου, οι ψεύτικες ανάγκες και ο άκρατος καταναλωτισμός, η μαλθακότητα της καλοπέρασης. Είναι ο χώρος που έφθειρε ηθικά και συνέβαλε αποφασιστικά στην αλλοτρίωση και τη μικροαστικοποίηση των εργαζομένων».

…«Αυτή η κυριαρχία (του νεοφιλελευθερισμού το 1990) δεν θα επιβαλλόταν δίχως μια προδοτική και ολοένα πιο νεοφιλελευθεροποιημένη Αριστερά. Η οποία, έχοντας ακολουθήσει μέχρι τις έσχατες συνέπειες την αρχή της ειρηνικής (ταξικής) συνύπαρξης, έχει απαρνηθεί το απελευθερωτικό όραμα και υμνεί το «δημοκρατικό» καπιταλισμό. Έχει πάψει να αμφισβητεί το καπιταλιστικό σύστημα, χειραγωγεί ή συκοφαντεί κάθε αυθόρμητη ή οργανωμένη κίνηση που εμπεριέχει το στοιχείο της σύγκρουσης, τελικά λειτουργεί σταθεροποιητικά για το σύστημα, δείχνει το συστημικό χαρακτήρα της»

«Ηθικά, η περίοδος  εκείνη που αρχίζει από τη δεκαετία του 1990 είναι ίσως η χειρότερη στη νεώτερη ιστορία της χώρας. Η ρεμούλα, η κομπίνα, η γενικευμένη διαφθορά, η ηθική κατάπτωση των δημόσιων λειτουργών (με την ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει και τις συνδικαλιστικές και αυτοδιοικητικές ηγεσίες), η ξετσίπωτη ληστεία του δημόσιου πλούτου πέρασαν σε ανώτερες σφαίρες με τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Για να συνεχίσει επάξια ο σημιτικός «εκσυγχρονισμός». Από την άποψη του κινήματος η δεκαετία του 1990 είναι από τις πιο σκληρές. Οι νόμιμες πολιτικές δυνάμεις συρρικνώνονταν, οι παράνομες εξαφανίζονταν. Μέσα σε έναν ωκεανό αποϊδεολογικοποίησης, αποπολιτικοποίησης, συναίνεσης και ενσωμάτωσης, οι νησίδες αμφισβήτησης και ρήξης υποχωρούν δραματικά».

- Copyright © Touareg Blue -