Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Τρίτη, 12 Μαΐου 2015




(με αφορμή την Ημέρα της Μητέρας)
Την μισούσα. Από το βάθος της καρδιάς μου. Μου έκλεβε τα όνειρα, φαρμάκωνε τους έρωτές μου, ξίνιζε όταν με έβλεπε ευτυχισμένη. Συνήθως δεν έλεγε πολλά, πέταγε μόνο κάτι φράσεις- καρφιά στην καρδιά, έτσι για να σε κάνει να νιώσεις τόσο απαίσια όσο ένιωθε κι εκείνη. Συχνά δεν μιλούσε καθόλου, παρά μόνο σου έδειχνε την απέχθειά της για τα πεπραγμένα σου με κάτι ανυπόφορες γκριμάτσες, με το στράβωμα του στόματος, το ρουθούνισμα της μύτης, το βλέμμα προς τα πάνω, να μη σε βλέπει και παρασυρθεί σε θυμούς και φασαρίες, η αποδοκιμασία της ήταν πάντα σιωπηλή και αδυσώπητη.
Το πράγμα χειροτέρεψε όταν πέθανε ο καημένος ο πατέρας μου. Έγινε αυτό που φοβόμουν, βρήκε ένα άλλο θύμα να παιδεύει, εμένα. Τα ίδια και χειρότερα έκανε και στον πατέρα μου, όταν ζούσε. Και μου έβαζε λόγια, γιατί τον αγαπούσα και με αγαπούσε, κι εκείνη ένιωθε παραγκωνισμένη κι εξοστρακισμένη από την αγάπη. Ο πατέρας σου, ένας άχρηστος, που ποτέ δεν με ευχαριστεί, παρά μόνο να του μαγειρεύω και να βλέπει ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Δεν τον αγαπούσε κι αυτό το δήλωνε με κάθε δυνατό τρόπο. Ο ανθρωπάκος έπαθε την καρδιά του, ανακοπή και τέλος.
Η μάνα πένθησε, στενοχωρήθηκε, καταρράκτες τα κλάματα, τα βογκητά και οι στεναγμοί για την απώλεια. Μου λείπει πολύ, τώρα καταλαβαίνω ότι τον αγαπούσα, και τώρα με ποιόν θα τσακώνομαι, σε ποιόν θα κάνω μούτρα, ποιόν θα έχω να βασανίζω… Πάντως όχι εμένα, σκεφτόμουν. Κι επειδή την κράτησα σε απόσταση ασφαλείας για να μη μου κάνει τη ζωή κόλαση, με εκδικήθηκε, με κάθε δυνατό τρόπο. Μου έκλεισε τη στρόφιγγα της οικονομικής βοήθειας, σε καιρούς δύσκολους ανεργίας όπου δεν είχα να αγοράσω ούτε τσιγάρα. Να, έτσι όπως κάνουν τώρα οι δανειστές με την κυβέρνηση. Τι θα τα κάνεις τόσα λεφτά, παίρνεις μια σύνταξη τεράστια, την κρατάω για την κηδεία μου. Μάλιστα. Και δώστου καβγάδες τρικούβερτοι, συγκρούσεις γιγάντιες, που ακολουθούνταν από κλάματα και οιμωγές κι εξομολογήσεις στον αδερφό μου για το πόσο με αγαπούσε και για το πόσο κακή μάνα ήταν.
Το ψυχόδραμα τελείωσε όταν της έγραψα ένα γράμμα, εξομολογητικό για προβλήματα που δεν τα είχε πάρει χαμπάρι, για γεγονότα τραγικά της ζωής μου για τα οποία δεν είχε ιδέα. Το γράμμα τελείωνε λέγοντας ότι αν δεν με βοηθούσε θα κατέληγα στη φυλακή από τα χρέη. Να, όπως και τώρα οι «μπαμπάδες και οι μαμάδες» μας κοντεύουν να μας χρεοκοπήσουν, για να μάθουμε να είμαστε άτακτα παιδιά. Και τότε φιλοτιμήθηκε, στο παρά πέντε της χρεοκοπίας μου, να με ξελασπώσει από τα χρέη. Τα ξεπλήρωσε όλα μέχρι το τελευταίο ευρώ. Έτσι άλλαξαν οι σχέσεις μου με τη μάνα μου. Μαλάκωσαν τα μίση και οι αντιζηλίες, ο πατέρας έγινε ένας γλυκός δεσμός μεταξύ μας, συμφιλιωτικός, ειρήνη υμίν.
Η μάνα κοντά στα 80, έγινε άλλος άνθρωπος, αν και εγώ, πάντα την κρατούσα σε απόσταση ασφαλείας, ενώ εκείνη είχε περιορίσει τις γκριμάτσες και τις στιφάδες  και το είχε ρίξει στο «εγώ η κακομοίρα». Γριά γυναίκα, δεν μπορούσε πια να μου κάνει τίποτα. Ούτε καλό, ούτε κακό.
Πριν πεθάνει, στα 89 της χρόνια, έγραψε ένα βιβλίο και το εξέδωσε. Αυτοβιογραφικό, για τη ζωή της στον πόλεμο του ΄40, το ΕΑΜ, τον εμφύλιο, το δεύτερο αντάρτικο, όπου συμμετείχε. Με δυσθυμία πήρα να το διαβάσω. Και έμεινα άναυδη. Έβλεπα μέσα από τις γραμμές του έναν άλλον άνθρωπο. Μια κοπελίτσα με μια προσωπικότητα λαμπερή, γεμάτη ζωντάνια, καλοσύνη, συναίσθημα. Αυτή δεν ήταν η μάνα που ήξερα. Ήταν μια άλλη κι όμως η ίδια, άλλη η μάνα, άλλη η γυναίκα, άλλη η κοπελίτσα που είχε γίνει 89 χρονών. Ήταν σαν να είχα διασχίσει ένα μυστικό πέρασμα, μέσα από ένα σκοτεινό τούνελ, και είχα βγει στο ξέφωτο. Εκεί, στο ξέφωτο, αγάπησα επιτέλους τη μάνα μου. Και την αγάπησα ακόμα περισσότερο όταν πέθανε. Τώρα την έχω σαν φυλαχτό στην καρδιά μου. Δεν βλέπω πια τις κακές γκριμάτσες της, δεν νιώθω το δηλητήριό της μέσα στην καρδιά μου, έχει γίνει μέσα μου ένα φως, δυνατό, καθαρό. «Αντίο, παλληκαρού», ξέσπασα στην κηδεία της, και την έθαψα με το βιβλίο της στην νεκρή της αγκαλιά. Έτσι της έπρεπε.  Έτσι είναι οι μάνες. Είναι τα παλληκάρια που δεν ξέρουμε. Να είναι πάντα καλά και να μας διδάσκουν το θάρρος, τη λευτεριά, την αλήθεια, έστω και μετά θάνατον.
Αλκμήνη Ψιλοπούλου

- Copyright © Touareg Blue -