Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Κυριακή, 24 Μαΐου 2015





«Σαν έρθει η Άνοιξη για να γυρέψει τον αγαπημένο της ανάμεσα στα κοιμισμένα περιβόλια και τα’ αμπέλια, τα χιόνια πραγματικά θα λιώσουν και θα κυλίσουν σε ρυάκια για να γυρέψουν το ποτάμι της κοιλάδας και να γίνουν ποτιστήρια στα μυρτόδεντρα και τις δάφνες.
Έτσι θα λιώσει και το χιόνι της καρδιάς σας όταν έρθει η Άνοιξη, κι έτσι, τα μυστικά σας θα τρέξουν σε ρυάκια για ν’ αναζητήσουν τον ποταμό της ζωής στην κοιλάδα. Κι ο ποταμός θ’ αγκαλιάσει το μυστικό σας και θα το φέρει στη μεγάλη θάλασσα».
(Χαλίλ Γκιμπράν, «Ο Κήπος του Προφήτη»)

Μια Κυριακή του Μάη, τα βήματά μου με οδήγησαν σε ένα ανθοκήπιο. Ήθελα να πάρω πιατάκια για τις γλάστρες μου. Με είδε η γειτόνισσα και μου λέει, δε με παίρνεις κι εμένα, θέλω να αγοράσω πετούνιες. Κι έτσι πήγαμε μαζί. Πετούνιες, δεν τις ήξερα, αλλά δεν είχε σημασία. Πήγαμε λοιπόν στο ανθοκήπιο, εγώ βιαζόμουν κάπως γιατί είχα δουλειές, αλλά μόλις μπήκα μέσα και είδα τα χρώματα και μύρισα τις μυρωδιές και έπιασα τα βελούδινα ανθοπέταλα των λουλουδιών, μια τρελή χαρά πετάρισε μέσα μου.
Πήρα κι εγώ πετούνιες, πήρα τριανταφυλλιές, πήρα λεμονοθύμαρο, κι εκεί που ήμουν έτοιμη να πληρώσω και να φύγω, βλέπω μια μοβ ορχιδέα να στέκει περήφανη δίπλα στο ταμείο. Χάζευα το μαγικό λουλούδι ενώ η γειτόνισσα είχε πιάσει την κουβέντα με μιαν άλλη γειτόνισσα, μιλούσαν, για τι άλλο, για κήπους, για λουλούδια και για γλυκά του κουταλιού, τριαντάφυλλο γλυκό με νισεστέ, έχετε δοκιμάσει, έ δεν ξέρετε τι χάνετε, γίνεται έτσι κι έτσι κι αλλιώτικα και από πάνω βάζεις το γλυκό τριαντάφυλλο και πηγαίνεις στον παράδεισο.
Από πάντα μου άρεσε ο κήπος. Στο πατρικό μου σπίτι είχαμε κήπο και το μπαλκονάκι της κρεβατοκάμαράς μου όταν ήμουν μικρή έβλεπε σ’ αυτόν. Κάθε πρωί στο περβάζι του υπήρχε ένα φαράσι με γιασεμιά και πασχαλιές, τα έβαζε ο παππούς μου για να ξυπνήσω μέσα στα αρώματα των λουλουδιών. Έτσι ο κήπος πάντα μου θύμιζε τον παππού μου, ήταν ο δάσκαλος και κηπουρός της ψυχής μου, έφυγε ένα βράδυ μέσα στον ύπνο του κι έτσι νομίζω ότι ακόμα ζει κάπου αλλού, ότι είναι ταξίδι μακρινό.
Δεν θυμούνται πια τους κήπους τα παιδιά των μεγαλουπόλεων, δεν θυμούνται οι γονείς τους τους κήπους των χωριάτικων σπιτιών με τα δεντρολίβανα και τους βασιλικούς, δεν μπορούν να μυρίσουν τα αρώματα και να δουν τις ακτίνες του ήλιου να περνούν μέσα από τα χρωματιστά φυλλώματα και τα πέταλα των λουλουδιών, και τις πεταλούδες να γυροφέρνουν τα ανθισμένα μπουμπούκια και τις μελισσούλες να ρουφούν τους χυμούς τους.
Τώρα, όταν πηγαίνω στο πατρικό μου, έρημο και μόνο από την εγκατάλειψη, με τις γκρίζες πολυκατοικίες γύρω του και τα αυτοκίνητα της λεωφόρου να αλυχτούν, μαραζώνει η καρδιά μου. Ο κήπος έχει γεμίσει με ξερόχορτα, γαϊδουράγκαθα και κολιτσίδες και παράσιτα φυτρώνουν παντού, στη θέση των λουλουδιών είναι πέτρες και χώματα, μαραγκιασμένα κι αυτά από την ερημία. Και τότε θυμάμαι ότι ο παππούς δεν  υπάρχει πια και με πιάνουν τα κλάματα. Γι αυτό ξαναγυρνώ όσο πιο γρήγορα μπορώ στο νησί, στο χωριό, στον κήπο μου που είναι ζωντανός και χαρούμενος και γιατρεύει την ψυχή μου. Πόσο άραγε θα μπορέσουν οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων να ζήσουν χωρίς κήπο; Κι όταν τον  βρουν, τι θα κάνουν; Θα τον αγαπήσουν ή θα τον αφήσουν να μαραθεί μέσα στη λήθη;

- Copyright © Touareg Blue -