Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Τρίτη, 26 Μαΐου 2015



Όταν πρωτοήρθα στη Σύρα, πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, από μια τυχαία σύμπτωση, ακολουθούμενη στη συνέχεια από πολλές άλλες συμπτώσεις  που έμοιαζαν με μικρά θαύματα, κυκλοφορούσα με το λεωφορείο, και μ’ αυτό το απαξιωμένο για την Ελλάδα μέσο μαζικής μεταφοράς, τριγύρισα όλο το νησί. Κατέβαινα σε κάθε περιοχή, έκανα το μπάνιο μου και ξαναγύριζα στο ξενοδοχείο μου που ήταν στην Αζόλιμνο. Στην πρώτη μου επίσκεψη, τριγύρισα τη Σύρο με το μηχανάκι. Κι έβλεπα εμβρόντητη ότι αυτά τα ονόματα που άκουγα στο γνωστό τραγούδι του Βαμβακάρη, ήταν πραγματικές τοποθεσίες!

Όταν κατέβηκα στη Ντελαγκράτσια, που τώρα την ονομάζουν Ποσειδωνία, μου ήρθε συγκοπή. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό να χαζεύω τα παλιά αρχοντικά, τέτοια που έβλεπα στην Κηφισιά, κι ακόμα καλύτερα. Εντυπωσιάστηκα μάλιστα από το γεγονός ότι αυτά τα υπέροχα σπίτια, με τις μεγάλες αλέες και τους πύργους, όχι μόνον ήταν καλοδιατηρημένα, αλλά κατοικούνταν κιόλας. Η ψυχή μου πετάρισε, και μου είπε, «εδώ θέλω να έρθω να ζήσω για πάντα!». Άσε πια αυτό το όνομα, Ντελαγκράτσια! Δηλαδή πανέμορφη, ή κάτι τέτοιο. Και το όνειρό μου, που το κρατούσα ως κόρην οφθαλμού για πολλά πολλά χρόνια, έγινε κάποια στιγμή πραγματικότητα. Μάλιστα, το σπίτι που νοίκιασα στη Ντελαγκράτσια βρίσκεται ανάμεσα σε έναν παλιό πύργο και σε ένα παλιό αρχοντικό. Μου φαίνεται σαν να βρίσκομαι στο πατρικό μου, στον τόπο μου, εγώ, μια αθηναία γέννημα θρέμμα, που καμία συγγένεια δεν έχω με τη Σύρο-ή μήπως έχω;;;
Άσε και την άλλη σύμπτωση, ότι το σπίτι που έμενα στο Σούνιο ήταν σε μια περιοχή ονόματι «Ποσειδωνία», με έναν Πολιτιστικό σύλλογο ονόματι «Ποσειδών». Άσε και τη σύμπτωση ότι μόλις αποφάσισα να εγκατασταθώ εδώ, βρήκα μια δουλειά δημοσιογραφική, που ούτε στον ύπνο μου δεν θα την έβρισκα στο Σούνιο ή στο Λαύριο…
Ο 19ος αιώνας, λοιπόν, με τα αρχοντικά του της Ντελαγκράτσια με αγκάλιασε, με τύλιξε στο υφάδι ενός ονείρου που έγινε πραγματικότητα, γιατί μάλλον έχω το «ψώνιο» ότι είμαι μια πυργοδέσποινα της εποχής εκείνης κι έχω λόξα με την παλιά και παρακμασμένη αριστοκρατία, που όμως εδώ, στη Ντελαγκράτσια, είναι ακόμη ζωντανή!
Περπατώντας ανάμεσα στα αρχοντικά και στους πύργους με την αριστοκρατική στόφα, αναρωτιόμουν συχνά, ποιοι άραγε μένουν σ’ αυτά τα σπίτια, ποια να είναι η ιστορία τους, ποιοι ήταν οι παλιοί ιδιοκτήτες; Μέχρι που πριν από λίγο καιρό συμμετείχα σε μια εκδήλωση που διοργάνωσε το δημοτικό σχολείο Ποσειδωνίας-Ντελαγκράτσια, στην έπαυλη Τσιροπινά, παρουσιάζοντας ένα έξοχο ντοκιμαντέρ για τα παλιά αρχοντικά της περιοχής, με συνεντεύξεις από τους τωρινούς ιδιοκτήτες τους, και πολλά στοιχεία για την ιστορία τους.  Και φαντασιονώμουν ότι μπορεί κι εγώ κάποια ωραία μέρα, γριά πια, να κατοικήσω σε ένα από αυτά. Αλλά και να μην πραγματοποιηθεί αυτό το όνειρο, δεν με νοιάζει. Τα τόσα πολλά όνειρά μου που έγιναν πραγματικότητα, μου φτάνουν.
Ένα δημοσίευμα της Καθημερινής, με τίτλο «Σύρος: Ο 19ος αιώνας «αγκαλιάζει» ένα νησί», γράφει τα ακόλουθα:
«Οι εύποροι της Σύρου –οι παλιοί τουλάχιστον– είχαν αναμφισβήτητα καλό γούστο. Μπορεί κανείς να θαυμάζει την ομορφιά και την αρχιτεκτονική ποιότητα των νεοκλασικών της Ερμούπολης, όμως πραγματικά δεν έχει δει τίποτε αν δεν περάσει μια βόλτα από την Ποσειδωνία.
Περίπου δέκα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, στον κόλπο του Φοίνικα, η περίφημη Ντελαγκράτσια του Βαμβακάρη ήταν για πολλά χρόνια το θέρετρο των πλούσιων Συριανών.
Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνουν οι δεκάδες νεοκλασικές επαύλεις, οι περισσότερες χτισμένες γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, άλλες ανακατασκευασμένες και άλλες όχι, οι οποίες βρίσκονται διάσπαρτες στην περιοχή. Κάθε μία έχει τα δικά της αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά με πύργους, φαρδιές βεράντες και, βέβαια, τους μεγάλους κήπους με τα πεύκα και τους φοίνικες, ενώ χαρακτηριστικό είναι πως εκεί λειτούργησε και η πρώτη λέσχη τένις στην Ελλάδα.
Μία από τις βίλες, η πρώην έπαυλη Τσιροπινά, φιλοξενεί σήμερα το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών της περιοχής, καθώς και άλλες δραστηριότητες του δήμου, κυρίως πολιτιστικές. Το ίδιο το κτίσμα είναι εκπληκτικό. Ο πρώτος όροφος με τους τεράστιους χώρους υποδοχής, τα σαλόνια και τις τραπεζαρίες με τα τζάκια μεταφέρει τον επισκέπτη σε μιαν άλλη εποχή. Οι όμορφες οροφογραφίες με θέματα παρμένα από τη φύση ενισχύουν την αίσθηση της εξοχικής κατοικίας.
Στον δεύτερο όροφο, τα ευρύχωρα δωμάτια –επίσης ζωγραφικά επενδεδυμένα– εποπτεύουν την γύρω περιοχή και τους κήπους.
Αξιοθαύμαστη όμως είναι και η λειτουργικότητα του κτιρίου με τους δροσερούς υπόγειους χώρους, στους οποίους ετοιμάζονταν τα γεύματα για να σταλούν επάνω με το ειδικό σύστημα ασανσέρ (!) που μπορεί κανείς και σήμερα να δει στη θέση του.
Εκεί βρίσκεται, τέλος, και το ειδικό δωμάτιο με τη θερμαινόμενη δεξαμενή και τις μαρμάρινες σκάφες για το πλύσιμο των ρούχων».

Γκράτσιε Ντελαγκράτσια! Ντελαγκράτσια, σε ευχαριστώ


- Copyright © Touareg Blue -