Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015



 Ένας μύθος, ένα μυθιστόρημα, ένα θεατρικό έργο, μια παράσταση
 
Ήταν αναμφισβήτητα τρείς μέρες δόξας για την Αρχόντισσα του Αιγαίου, οι μέρες της Μεγάλης Χίμαιρας, οι μέρες που τίμησαν τον ρομαντικό συγγραφέα της γενιάς του ’30, Μιχάλη Καραγάτση, κατά κόσμον Δημήτρη Ροδόπουλου, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1908. Το 1924 πηγαίνει στη Γκρενόμπλ  για να σπουδάσει νομικά και επανέρχεται τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Το 1927 παίρνει μέρος στον πρώτο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Νέας Εστίας με ένα διήγημά του την «Κυρία Νίτσα», το οποίο αποσπά τον πρώτο έπαινο και αποτελεί το έναυσμα της λογοτεχνικής πορείας του συγγραφέα.
Η πρωτοβουλία του εφοπλιστή κ. Κομνηνού να φέρει το Θέατρο Πορεία στο Θέατρο Απόλλων και να το κάνει μέγα πολιτιστικό γεγονός, λειτουργώντας ως Μαικήνας στο νησί, συνοδεύτηκε από την παρουσία των «σκαφάτων» μεγαλοεφοπλιστών και VIPS προσωπικοτήτων, με τις θαλαμηγούς τους που παρήλασαν στην παραλία της Ερμούπολης για δυο μέρες.
Σίγουρα, το τριήμερο αυτό αποτέλεσε ένα κοσμοπολίτικο γεγονός θυμίζοντας στους συριανούς τους παλιούς καλούς καιρούς της ευμάρειας και του πλούτου. Πλην όμως, χίμαιρα ήτανε και πάει…
Η Μεγάλη Χίμαιρα είναι ένα ψυχογράφημα, με επίκεντρο την Μαρίνα, μια νεαρή γαλλίδα που, συνεπαρμένη από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, παντρεύεται έναν έλληνα ναυτικό και μένει στη Σύρο, όπου όμως η νεοελληνική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, από την χιμαιρική εκείνη εικόνα που έχει η ηρωίδα για τη χώρα που επέλεξε για να ζήσει. Έτσι μένει μόνη, ξένη, και ακολουθεί ένα εφιαλτικό πεπρωμένο, που την οδηγεί στην αυτοκαταστροφή.

Το μυθιστόρημα:  
«Ο ήλιος, ξεπροβάλλοντας απ’ το πέλαγο, μάτωσε τα σύννεφα του Σορόκου. Ταραγμένη βαθιά, η θάλασσα δεν ήθελε να φωτιστεί. Τα οργισμένα σπλάχνα της είχαν ρουφήξει το σκοτάδι της νύχτας και το κρατούσαν πεισματικά. «Ήταν ανάγκη να’ ρθει αυτή η μέρα; Η πρώτη από τις ημέρες του ψεύδους, που θα είναι πια όλες οι μέρες της ζωής μου. πόσες άραγε να είναι οι μέρες της ζωής μου;  Είμαι νέα, γεμάτη υγεία-κτηνώδη υγεία. Οι μέρες μου είναι ακόμα πολλές, κι όλες φαρμακωμένες από το ψέμα.» Με σιγανή χειρονομία έβγαλε το μπερέ και τον πέταξε στο κρεβάτι. Ύστερα μισάνοιξε το γιακά του αδιάβροχου, προχώρησε και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Ο αέρας που σιγόπνεε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο, ανέμισε τα μπερδεμένα της μαλλιά. Κοίταξε τα μάτια της , μες στο κρύσταλλο. Ήσαν κομμένα, ολά. Η κούραση, ο χορτασμός, τραβούσαν τα χαρακτηριστικά της σταχτωπής μορφής της σε γωνίες οξείες, σκληρές. Απ’ όλο της το κορμό αναδυόταν μια παράξενη οσμή κι ερέθιζε δυσάρεστα την όσφρησή της. Σήκωσε τους ώμους μοιρολατρικά. Έγειρε το βαρύ κι αδύναμο κεφάλι της προς τα μπρος, σα να προσκυνούσε κάποιο αδέκαστο πεπρωμένο. Κι άρχισε να γδύνεται με χειρονομίες αυτοματες. Το μυαλό της ήταν μακριά, ίσως πουθενά.» (απόσπασμα από το βιβλίο του Μιχάλη Καραγάτση)

O μύθος:
Συμβολικός ο τίτλος του μυθιστορήματος του Μιχάλη Καραγάτση: Η λέξη Χίμαιρα, σήμερα σημαίνει την ψευδαίσθηση, την αυταπάτη. Ο αρχαίος ελληνικός μύθος όμως, ξεκίνησε από την συμβολική αναπαράσταση ενός ηφαιστείου. Από την ανάλυση και ερμηνεία των διαφόρων αναφορών περί της Χίμαιρας πρόκειται για αλληγορική αναφορά του ηφαιστειώδους εδάφους της Λυκίας που προήλθε κατά μεν τον Σκύλακα από έκρηξη ηφαιστείου κοντά στη Φασηλίδα, κατά δε τον Στράβωνα, (ΙΔ' 665), από κάποια ηφαιστειώδη χαράδρα του όρους Κράγου. Όσο για την εξωτερική όψη του τέρατος, ερμηνεύεται ως εξής: στους πρόποδες του ηφαιστείου ζούσαν πολλά φίδια, στην μέση ζώνη έβοσκαν κατσίκια και στα στόμια φώλιαζαν λιοντάρια. Στην φαντασία των αρχαίων δημιουργήθηκε λοιπόν το τερατόμορφο σύμπλεγμα της Χίμαιρας.
Έτσι δημιουργήθηκε η μυθική εικόνα της Χίμαιρας, ένα φοβερό τέρας που έβγαζε φωτιά από το στόμα της, είχε σώμα κατσίκας, κεφάλι λιονταριού, και η ουρά του κατέληγε σε φίδι. Σύμφωνα με άλλες περιγραφές, είχε περισσότερα από ένα κεφάλια, συνηθέστερα τρικέφαλος (κεφαλή λέοντα, κατσίκας και δράκοντα).
Kατά τον Ησίοδο η Χίμαιρα ήταν κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας. Η Χίμαιρα ενώθηκε με τον Όρθρο και απόγονοί τους ήταν το Λιοντάρι της Νεμέας και η Σφίγγα. Το τέρας αυτό φερόταν να το εξέτρεφε ο βασιλιάς της Καρίας Αμισόδωρος.
Τελικά φονεύτηκε από τον
Βελλερεφόντη, που ίππευε ένα ιπτάμενο άλογο, τον Πήγασο, στη Καρία, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς. Υπάρχουν περισσότερες από μία περιγραφές σχετικά με τον τρόπο που έγινε αυτό. Σύμφωνα με μία, ο Βελλερεφόντης απλώς την χτύπησε με το ακόντιό του. Σύμφωνα με μία άλλη, χρησιμοποίησε μολύβι, το οποίο έλιωσε από την καυτή της ανάσα και την σκότωσε.
Αλλά και για κατοικία του ζώου αυτού αναφέρονται πολλές περιοχές όπως η
Φρυγία, οι Ινδίες, ακόμη και η Λιβύη. Επισημότερες όμως φέρονται η αρχαία Κόρινθος και η Σικυώνα που παράσταση αυτής έφεραν τα νομίσματά τους αλλά και οι ασπίδες των οπλιτών τους. Παρόμοιες απεικονίσεις σε ασπίδες έφεραν και οι οπλίτες της Κυζίκου και της Ζελείας. Οι μύθοι της Χίμαιρας βρίσκονται, στην Αινειάδα του Βιργίλιου, στην Ιλιάδα (Ζ' 179-182), του Ομήρου, στη Θεογονία του Ησίοδου κ.α. (Wikipedia)

Η παράσταση:
Η παράσταση της «Μεγάλης Χίμαιρας» συγκέντρωσε το ενδιαφέρον του ελληνικού τύπου, που την συνόδευσαν με εκτενή ρεπορτάζ και σχόλια. Στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, υπό τον τίτλο «Η Μεγάλη Χίμαιρα επέστρεψε στη γενέτειρά της», διαβάζουμε:
«Ήταν ένας βαθιά συγκινητικός επαναπατρισμός: η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στο θέατρο «Απόλλων» της Ερμούπολης, στο νησί όπου διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου. Και τη μεταφορά στο σανίδι υπέγραψε σκηνοθετικά ο εγγονός του εμβληματικού λογοτέχνη της γενιάς του ’30 Δημήτρης Τάρλοου, ο οποίος μάλιστα υποδύθηκε τον παππού του. Όλα αυτά, στον τόπο όπου υπάρχει ακόμη ο απόηχος της εποχής εκείνης, αλλά και το σπίτι όπου υποτίθεται ότι έζησε η οικογένεια Ρεΐζη, το οποίο στέκει πεισματικά όρθιο και αδειανό.
Η παράσταση ανέβηκε στο όμορφο κέλυφος του Πιέτρο Σαμπό, που εγκαινιάστηκε το 1864, όμως ολόκληρη η Σύρα ήταν ένα σκηνικό που την υποδέχθηκε με θέρμη. Τα πάντα ταίριαξαν αρμονικά, σαν ψηφίδες στην όμορφη πολιτεία του Αιγαίου, με τις 600 νεοκλασικές οικίες που κάποτε στέγασαν εφοπλιστές, βιομηχάνους, εμπόρους.
Ο Καραγάτσης δεν επέλεξε τυχαία αυτό το μέρος, αν και τοποθετεί τη δράση στον οικισμό Πισκοπιό με τις κομψές επαύλεις. Η «Μεγάλη Χίμαιρα» γράφτηκε το 1936 και αποτελεί μέρος μιας τριλογίας μαζί με τον Γιούγκερμαν και τον Λιάπκιν. Είναι η απόπειρα του συγγραφέα να ανιχνεύσει τη σχέση πραγματικότητας και φαντασίωσης που έχουν οι ξένοι με τα σπαράγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και του τοπίου που τα γέννησε. Ταυτόχρονα είναι μια καταβύθιση στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά τον μεγάλο Πόλεμο, με τις νύξεις του κοσμοπολιτισμού, τις αυστηρές οικογενειακές δομές, τα επιχειρηματικά ανοίγματα, τη λογοτεχνική και πνευματική ανησυχία, την ηθογραφία σε μια συντηρητική τοπική κοινωνία. Ένα σύμπαν το οποίο ο Καραγάτσης οικοδόμησε με μαεστρία και ο Στρατής Πασχάλης το διασκεύασε με σεβασμό και την απαραίτητη οικονομία που χρειάζεται για να γίνει ένα πολυσέλιδο βιβλίο θεατρικό έργο.
Η συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών και του θεάτρου «Πορεία» είχε, άλλωστε, κερδίσει το ενδιαφέρον για ορισμένα από τα συστατικά της. Τα κινηματογραφικά της ιντερλούδια διά χειρός Χρήστου Δήμα, τις πολύ καλές ερμηνείες όλων των ηθοποιών της (Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Νίκος Ψαρράς, Ομηρος Πουλάκης, Σοφία Σεϊρλή, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Αλίκη Αλεξανδράκη), τον ρυθμό, τους συμβολισμούς μιας περιόδου, που έχει αρκετούς παραλληλισμούς με τη δική μας. Επικρατεί, βέβαια, πάντα το δίπολο του έρωτα και του θανάτου, που έκανε τα έργα του Καραγάτση τόσο αναγνωρίσιμα. Η παράσταση ανέβηκε το τετραήμερο 29 - 30 - 31/5 και 1/6, γνωρίζοντας πολύ μεγάλη επιτυχία. Αν πιστέψει κανείς ότι ακόμη και τα οικοδομήματα έχουν ψυχή, το παλιό θέατρο της Ερμούπολης θυμήθηκε τις παλιές του δόξες με την κατάμεστη πλατεία και τα θεωρεία. Όλες οι εισπράξεις της παράστασης πήγαν υπέρ φιλανθρωπικών σκοπών. (http://www.kathimerini.gr 3-6-015)
Ο Νίκος Ψαρράς (Γιάννης), ο Όμηρος Πουλάκης (Μηνάς), η Σοφία Σεϊρλή (Ρεϊζαινα), η Ηλιάνα Μαυρομάτη (Λιλή) και η Αλίκη Αλεξανδράκη (Αννεζιώ) ενσάρκωσαν εξαιρετικά τα πρόσωπα του έργου, αλλά αυτή που συγκλόνισε το κοινό ήταν η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, που έδωσε σάρκα και οστά στη Γαλλίδα Μαρίνα Ρείζη .
Τέλος η απόδοση του θεατρικού κειμένου, η καταπληκτική σκηνοθεσία του εγγονού του Καραγάτση Δημήτρη Τάρλοου, ο οποίος εμφανίζεται για λίγο στη σκηνή ενσαρκώνοντας τον… παππού του, οι κινηματογραφικές αναφορές του Χρήστου Δήμα και οι παραπομπές στη Σύρο, όπου εκτυλίσσεται το ερωτικό μελόδραμα, ενθουσίασαν το κοινό.


- Copyright © Touareg Blue -