Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015



Ήταν η καλύτερη έκθεση που είδαμε φέτος στη Σύρο, και μια από τις καλύτερες που έχουμε δει ποτέ. Η Πινακοθήκη της Ερμούπολης φιλοξενεί έργα της μεγάλης ζωγράφου Χρύσας Βέργη, μιας δημιουργού χαμηλών τόνων, έτσι όπως είναι οι γνήσιοι, άνθρωποι της τέχνης, οι πραγματικοί καλλιτέχνες που δεν χρειάζονται το «δήθεν» για να επιβεβαιώσουν την αξία τους. Η εντυπωσιακή αυτή έκθεση με τον τίτλο «η ψυχή του τοπίου», αναδρομική με έργα της ζωγράφου από το 1985 μέχρι το 2015, που οφείλεται, όπως μας είπε η ίδια, στον συλλέκτη Κώστα Ιωαννίδη («χωρίς αυτόν δεν θα είχε γίνει»), θα διαρκέσει μέχρι  τις 15 Σεπτεμβρίου.

Εντυπωσιακά μεγάλοι πίνακες, 1.20χ2.00,  μονοί ή σε τρίπτυχα, με μοναδικό «μοντέλο» τα στοιχεία της φύσης, έτσι όπως ξεπηδούν από την απεικόνιση τοπίων με κυρίαρχο το υγρό στοιχείο,  μας οδηγούν στο αρχέγονο συναίσθημα, το δέος του ανθρώπου απέναντι στη μητέρα φύση, την «παγκόσμια μητέρα» όπως την χαρακτηρίζει η ίδια. Τη ρωτήσαμε αν χρησιμοποιεί προσχέδιο, κάρβουνο ή ακουαρέλα, και η απάντηση μας εντυπωσίασε. Μας εξηγεί ότι απλώνει τον καμβά της χωρίς τελάρο, επί τόπου στην ύπαιθρο, και ζωγραφίζει χωρίς προσχέδιο,   ώστε «πολλές φορές η ζωγραφική περνάει απ’ ευθείας από τα μάτια στο χέρι». Φανταζόμαστε την εικόνα. Και πηγαίνουμε πίσω, στους πρώτους εξπρεσιονιστές ζωγράφους, εκείνους που τόλμησαν να μεταφέρουν τη ζωγραφική έξω από τους κλειστούς τοίχους και το σκοτεινό εσωτερικό των σπιτιών, ιδιαίτερα τον αγαπημένο μας Βαν Γκόγκ, που τρελάθηκε από το αγκάλιασμα του ηλιακού φωτός, που αφέθηκε να καεί από αυτό το φως, σαν μια νυχτοπεταλούδα. Φανταζόμαστε τη Χρύσα, σαν μια ζωγραφιά η ίδια του Σεζάν, με μακρύ φουστάνι έξω στη φύση, να απλώνει τον καμβά της, να κολλάνε πάνω του μικρά φυλλαράκια, κλαδιά, σπόροι, κομμάτια από καλάμι με το πρώτο φύσημα του αέρα, κι εκείνη να απλώνει πάνω τους το χέρι της και να τα σκεπάζει με χρώματα της παλέτας της, ανόθευτα, με το σέβας που αρμόζει στην «παγκόσμια μητέρα». Αυτό το πρωτόλειο, μας λέει η Χρύσα, το φέρνει μετά στο εργαστήριο για να το επεξεργαστεί. Για την ολοκλήρωση κάθε πίνακα, μπορεί να χρειαστεί και 2 και 5 μήνες. Η ψυχή που δίνει στα έργα της είναι ξεκάθαρη, γιατί έτσι είναι η φύση της ψυχής και η ψυχή της φύσης.
Πρόκειται για μια μυσταγωγία, που κι εμείς νιώθουμε, ψηλαφώντας την ίδια τη φύση πίσω από τον καμβά του καλλιτέχνη. Έτσι ο μεγάλος δημιουργός, η φύση, με το δημιούργημά του, τον άνθρωπο, γίνονται ένα και μας προσφέρονται μιλώντας την αρχέγονη γλώσσα που όλοι γνωρίζουμε: Τη γλώσσα της δημιουργίας.

Στο θαυμάσιο άλμπουμ με το έργο της, που διανέμεται δωρεάν στην έκθεση, λένε γι αυτήν:

Κώστας Ιωαννίδης, πρόεδρος της ομάδας εικαστικών Δήμου Σύρου-Ερμούπολης και Πρόεδρος της Διεθνούς Πινακοθήκης Δελφών: «Με συγκινεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι το Παρίσι, όπου έχω ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου, ήταν ο τόπος όπου η ζωγράφος συνειδητοποίησε την ιδιαίτερη και παντοτινή της σχέση με την υπαίθρια ζωγραφική. Ήταν τότε, που αφήνοντας την μικρή και σκοτεινή σοφίτα που μοιραζόταν σαν ατελιέ, με τον ζωγράφο και μετέπειτα σύζυγό της Χρήστο Παλλαντζά, έβγαινε και ζωγράφιζε το γκρίζο φως του πάρκου Montsouris, αισθανόμενη, όπως η ίδια είχε πει, «απέραντη ελευθερία».

Χάρης Καμπουρίδης, ιστορικός τέχνης: «Μαζί με την αίσθηση του βλέμματος ενεργοποιείται και η αφή, αναλαμβάνοντας σημαντικό ρόλο στη ζωγραφική της. Όχι μόνο γιατί στα περισσότερα έργα το χρωματικό υλικό είναι πλούσιο ή και πηχτό, αφήνοντας αίσθηση όγκου, συνδυασμένο με αυτούσια υλικά από ύλες του εδάφους, αλλά και γιατί η αίσθηση αυτή μεταβιβάζεται στον θεατή ως πρόσκληση να χαϊδέψει την επιφάνεια του έργου. Η Βέργη χρησιμοποιεί κυρίως ακρυλικά και λάδι σε εναλλαγή, και ζωγραφίζει με τα χέρια κάθε γωνία του πίνακα, ακόμη κι εκεί που ο θεατής έχει την παραπλανητική εντύπωση φωτορεαλισμού».

Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, καθηγήτρια της ιστορίας της τέχνης, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης: «Τα μεγάλα τελάρα της Χρύσας Βέργη ξεδιπλώνουν μπροστά στα μάτια μας μια φύση όχι αόριστη αλλά οντολογικά και υλικά ταυτισμένη. Το έδαφος είναι χρώμα και χώμα. Ψηλαφείς την υφή του, την αδρότητα, την αντίσταση, την υγρασία, την ξηρότητα. Κορμοί και φυλλώματα, άνθη, κλαριά, στάχυα, καλαμιές, βράχια και πετρες υποβάλλονται με ενάργεια θέτοντας σε συν-κίνηση τις ναρκωμένες αισθήσεις μας».

Η ίδια έχει πει:
«Φοιτώντας σε ένα εργαστήριο «εννοιολογικού» καλλιτέχνη, συνειδητοποίησα γρήγορα και κατά πρώτον, τι δεν είμαι εγώ… στη συνέχεια βρήκα τους δασκάλους μου στα μουσεία «διαβάζοντας» τα έργα, συνομιλώντας με τον καλλιτέχνη πίσω απ’ αυτά… σιγά-σιγά βρήκα εκείνους που μαζί τους αισθανόμουν μια σχέση ταύτισης, μια σχέση προσωπική, σαν να βλέπαμε με την ίδια ματιά, να μιλάγαμε την ίδια γλώσσα».
«Η ζωγραφική στη φύση ενέχει δέος, ελευθερία, αίσθηση εσωτερικής απεραντοσύνης, ένωση με τη μήτρα, την παγκόσμια μητέρα. Ο Σεζάν έλεγε, «η τέχνη είναι ο άνθρωπος  προστιθέμενος στη φύση».
«Δουλεύοντας στη φύση, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσω το φως που διαρκώς αλλάζει, πολλές φορές η ζωγραφική περνάει απ’ ευθείας από τα μάτια στο χέρι… δεν σκηνοθετώ, δεν κάνω προσχέδια, ρίχνω απ’ ευθείας την εικόνα που έχει δημιουργηθεί στο μυαλό μου στον άδειο καμβά, ελεύθερο χωρίς τελάρο, στο έδαφος… αποφεύγοντας την εγκεφαλική  διαδικασία, ζωγραφίζω τότε, ακουμπώντας κυρίως το συναίσθημα».    

Βιογραφικό
Η Χρύσα Βέργη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Σπούδασε ζωγραφική στη σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δασκάλους τους Λ. Κανακάκη, Δ. Μυταρά, ν. Κεσσανλή, β. Κυριάκη, Ρ. Παπασπύρου και Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Από το 1980 μέχρι το 1983 σπούδασε εσωτερική διακόσμηση στο Fine Arts School of California State University of Long Beach, USA. Από το 1990 μέχρι το 1992 και με υποτροφία του ΙΚΥ συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη ζωγραφική στην Ecole Nationle Syperieure des Beax Arts de Paris με τον Pierre Carron. Έχει παρουσιάσει το έργο της σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στη Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ έχει φιλοτεχνήσει πολλά ημερολόγια ιδιωτικών εταιρειών. Επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει με το έργο της τη Σύγχρονη Ελληνική Τέχνη κατά του Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Στις Σεπτεμβρίου 2008, στο πλαίσιο του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας και του ραδιοσταθμού ΣΚΑΙ, δώρισε έργο της με θέμα την ελιά, το οποίο δημοπρατήθηκε και τα έσοδα προσφέρθηκαν στο Ταμείο Δασών. Το έργο κατακυρώθηκε στη Βουλή των Ελλήνων. Έργα της βρίσκονται στη Βουλή των Ελλήνων, στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Μέγαρο Μαξίμου, στο Μουσείο Μπενάκη, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Φλώρινα, στο Μουσείο Φρυσίρα, στη συλλογή ΑΓΕΤ Ηρακλής, στην Πινακοθήη Κουβουτσάκη, στην Πινακοθήκη Μοσχανδρέου, στη συλλογή της Αγροτικής Τράπεζας, στη συλλογή Παπαστράτος κ.α. Ατομικές εκθέσεις της έχουν παρουσιαστεί σε μεγάλες γκαλερί της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Κύπρου ενώ έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις του εξωτερικού, στο Λονδίνο, τη Σεούλ, την Κύπρο, τις Βρυξέλλες, το Παρίσι και αλλού.



- Copyright © Touareg Blue -