Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015



ΤΗΣ ΑΛΚΜΗΝΗΣ ΨΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

«Πάει τρέχοντας, περπατώντας, φεύγοντας... Φεύγει απ' όλα, περπατώντας ανάμεσα από άχρωμες διαμαρτυρίες. Φεύγει ανεβαίνοντας, φεύγει κατεβαίνοντας, φεύγει υψώνοντας το κακό στα χέρια, φεύγει απευθείας να πάει να κλάψει με λυγμούς μονάχος» (από ποίημα του μεγάλου Περουβιανού ποιητή Καίσαρ Βαγιέχο που πέθανε στο Παρίσι από ασιτία).
Φεύγουν καραβανιές τεράστια σμήνη μεταναστευτικά πουλιά, να πάνε σε τόπους εύκρατους, γιατί στον τόπο τους δεν μπορούν πια να ζήσουν. Λόγια πολλά ακούγονται για το μεταναστευτικό, όμως το ερώτημα τι θα κάνουμε μ' αυτούς τους δυστυχισμένους, πού θα τους βάλουμε να βρουν στον ήλιο μοίρα, δεν έχει απαντηθεί.

Η ζωή εκδικείται. Πάντα. Είναι κάποιοι νόμοι της φύσης αναπότρεπτοι. Αν βάλεις σε ένα δοχείο περισσότερο νερό από αυτό που χωράει, το νερό θα ξεχειλίσει και θα πάει οπουδήποτε, άναρχα, θα πλημμυρίσει τα πάντα. Αυτό λέει ο νόμος. Κι αν πηγαίνεις σε έναν πόλεμο για να κατακτήσεις χώρες μακρινές, κάποια στιγμή, σε ανύποπτο χρόνο, θα έχεις παρενέργειες.
Ο ανεπτυγμένος κόσμος πληρώνει τώρα τα επίχειρα του «σοκ και δέους» του κυρίου Μπους. Που κατασπάραξε μιαν ολόκληρη ήπειρο για τα πετρέλαια. Η Συρία φλέγεται, δεν θα μείνει τίποτα όρθιο, οι τζιχαντιστές κόβουν κεφάλια, ανατινάζουν την ιστορία, μεσαίωνας. Οι καραβανιές των προσφύγων φεύγουν, πάνε, έρχονται.
Δεν είναι η πρώτη φορά. Η χώρα μας το έχει βιώσει επανειλημμένως. Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, τότε που ήρθαν από την κατακαμένη Σμύρνη, έστησαν πρόχειρες παράγκες. Θυμάμαι ακόμα τις αφηγήσεις: απέναντι από το πατρικό μου σπίτι, κοντά στο Πεδίον του Άρεως, περπατούσαν ξυπόλητοι και κουρελήδες μέσα στις λάσπες. Τους λοιδορούσαν και τους απόδιωχναν οι δήθεν Αθηναίοι. Τους έβριζαν. Όμως, Αθήνα δεν θα υπήρχε χωρίς αυτούς. Φτηνή εργατική δύναμη, έχτισαν σπίτια, έχτισαν πολιτείες. Φτηνή εργατική δύναμη και πριν από λίγα χρόνια οι μετανάστες στην Ελλάδα, δούλευαν τα χωράφια, έχτιζαν σπίτια με πέτρα, έκαναν όλες τις βρομοδουλειές, σχεδόν τζάμπα, την ώρα που οι Έλληνες χάζευαν βολεμένοι στα γραφεία κάποιας δημόσιας υπηρεσίας.
Γίναμε κι εμείς κάποτε μετανάστες της ιστορίας, φύγαμε, πήγαμε Γερμανία, Αμερική, Αυστραλία. Ξεχάσαμε. Και τώρα, ίσως δεν υπάρχει λύση στο πρόβλημα. Είναι ήδη πολύ αργά. Γερμανία, το μεγάλο όνειρο των μεταναστών, ο εύκρατος τόπος για να ζήσει κάποιος πριν πνιγεί στα νερά του Αιγαίου. Η Μέρκελ κάλεσε τους επιχειρηματίες να προσλάβουν τους πιο άξιους από αυτούς, φτηνή εργατική δύναμη, πάμφθηνη, μας συμφέρει. Μέχρι πότε; Και πόσους; Το νερό έχει ξεχειλίσει από το ποτήρι και καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να το μαζέψει. Σε έναν κόσμο σε κρίση, δεν υπάρχουν τόποι με εύκρατο κλίμα.
Σήμερα, στον ανεπτυγμένο κόσμο, δεν υπάρχει παραγωγική μηχανή για να ενσωματώσει αυτά τα σμήνη. Η Ευρώπη σε ύφεση, η Αμερική σε ύφεση, όλος ο κόσμος σε ύφεση, πού θα τους πάμε, τι θα τους κάνουμε; Να τους δώσουμε ίσως μιαν ήπειρο και μερικά εργαλεία να χτίσουν εκεί καινούργιες πόλεις και χωριά; Δεν ξέρω, δεν έχω απάντηση. Το μόνο που ξέρω είναι ότι οι φράχτες και οι στρατοί δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα.
Το να πετάμε τα σκουπίδια στην αυλή του διπλανού μάλλον δεν είναι καλή ιδέα, γιατί, ένας άνεμος να φυσήξει, θα ξανάρθουν πάλι σε μας. Το είδαμε με τις «επιχειρήσεις σκούπα» και τον «Ξένιο Δία», που, αν ζούσε κι έβλεπε το χάλι μας, θα έριχνε τους κεραυνούς του στα κεφάλια μας. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε Δίας ούτε Ξένιος. Υπάρχει μόνο η αλληλεγγύη κάποιων μικρών, ανώνυμων ανθρώπων που η φτώχεια έχει χτυπήσει και τη δική τους πόρτα. Η ελεημοσύνη κάποιων φιλάνθρωπων μεσοαστών, που κοιτάζουν την ένοχη εικόνα των πνιγμένων παιδιών και των απελπισμένων μανάδων.
(από τη στήλη ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ-ΑΥΓΗ 14-10-015 http://www.avgi.gr/article/5935820/feugontas)

- Copyright © Touareg Blue -