Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016





Ο πολιτισμός και η πολιτική, ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά. Οι σχέσεις εκκλησίας και τέχνης, επίσης. Κι αυτό επειδή, η πραγματική τέχνη και ο πραγματικός πολιτισμός, είχαν πάντα-ή έτσι θα έπρεπε-, αχρωματοψία. Η πραγματική τέχνη και ο πραγματικός πολιτισμός, ήταν πάντα- ή έτσι θα έπρεπε- να είναι τυφλή, όπως η δικαιοσύνη, και φωτεινή όπως η αλήθεια. Η αλήθεια όχι ενός, η δικαιοσύνη όχι ενός, αλλά των πάντων.

Βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα. Υποτίθεται ότι έχουμε αφήσει πίσω μας, σαν είδος, τη βαρβαρότητα, τα άγρια και αιμοσταγή ένστικτα, την τυραννία, τις βίαιες και ακραίες συμπεριφορές. Υποτίθεται ότι η Ελλάδα, ολόκληρη η Ευρώπη, ολόκληρη η ανθρωπότητα, έχουν περάσει σε μια νέα εξέλιξη, με τις αξίες τις λεγόμενες ανθρωπιστικές πάνω από όλα, μεταξύ αυτών και η ελευθερία της έκφρασης.
Μετά τον μεσαίωνα, η Ευρώπη γνώρισε τον Διαφωτισμό κι έπειτα την Αναγέννηση. Ευτυχώς, γιατί διαφορετικά η Ευρώπη δεν θα ήταν τίποτα άλλο από ορδές αγρίων και κατακτητών. Μετά τον δικό μας μεσαίωνα, την τουρκοκρατία, η χώρα μας πέρασε τα σύνορα του εκσυγχρονισμού και της εξέλιξης, προσπαθώντας να ακολουθήσει τα βήματα των άξιων προγόνων. Εκείνων που έδωσαν τα φώτα των σύγχρονων αξιών στις σύγχρονες κοινωνίες.
Κι όμως, φαίνεται ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, κι όλα είναι όπως παλιά.
Η ιστορία κάνει κύκλους και ρέπει επικίνδυνα στο σημείο που ο χρόνος είχε σκοτώσει.
Έτσι δεν είναι να απορούμε για το έσχατο πισωγύρισμα που μας απειλεί με πολιτισμική καταστροφή, με τον κίνδυνο, μετά την ισοπέδωση αρχών, αξιών και ελευθερίας,  να ξαναρχίσουμε πάλι από το μηδέν. Όπως έγινε μετά την καταστροφή των αρχαίων πολιτισμών, από ιδεολογίες, ιδεοληψίες, αλλά κυρίως από το αδηφάγο στόμα της εξουσίας και των εκάστοτε εξουσιαστών. Το κάψιμο της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Το κομμάτιασμα της Υπατίας. Η Ιερά Εξέταση. Ο μακκαρθισμός. Οι τζιχαντιστές. Στόχος, να σβηστούν από την ανθρώπινη μνήμη όλα όσα θα μπορούσαν να κάνουν τους λαούς και τους ανθρώπους ελεύθερους να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, με εργαλείο τις πληροφορίες και τις γνώσεις του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, τον διάλογο, το σεβασμό της αντίθετης άποψης.
Αλλά ας μη μακρηγορούμε. Οι  εξουσίες είναι πάντα πιο δυνατές από τις τέχνες και τους πολιτισμούς.

«Ως εδώ…»
  
Τα λέει ωραία η καλή συνάδελφος Κατερίνα Ακριβοπούλου, προσπαθώντας να συνδέσει το παζλ του εν εξελίξει σύγχρονου σκοταδισμού για να δούμε όλη την εικόνα. Ένα κομμάτι αυτού του παζλ, το κατέβασμα της παράστασης «Ισορροπία του Nash» από το Εθνικό Θέατρο, μετά τις γνωστές πιέσεις.
«Η Διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου υπογράφει τη θανατική καταδίκη της ελευθερίας της Τέχνης, βαφτίζοντας κοινωνικές αντιδράσεις την αντίδραση της οικογένειας Μητσοτάκη και του Άδωνη… Και μετά τι; Το κάψιμο των βιβλίων; …Ο Βουλευτής της ΝΔ Κ. Τζαβάρας, καταθέτει ερώτηση στον Υπουργό Πολιτισμού για το κόστος της επίμαχης παράστασης, ρωτώντας πόσο κόστισε στον Έλληνα φορολογούμενο! Και όπως γράφει και ο αγαπημένος μου, Χάρης Μαυρουδής, «φαντάζομαι πως στο παρελθόν θα έχει καταθέσει ανάλογες ερωτήσεις για τα εξοπλιστικά, για τα αντιγριπικά εμβόλια, τις απευθείας αναθέσεις δημόσιων έργων, για τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων, για το κόκκινο σκαθάρι, για τις ΜΚΟ, για τα αθλητικά σωματεία, για τις καμπάνιες του ΕΟΤ κλπ»…
Ως εδώ λοιπόν, ναι! Ως εδώ με το νέο-σκοταδισμό του «μεταμοντέρνου» φασισμού, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Ακραίο Κέντρο… Ως εδώ όμως και με την επικινδυνότητα της καλπάζουσας αφασίας που διαπερνά ένα κομμάτι της λεγόμενης κοινής γνώμης…» (πηγή http://www.altsantiri.gr 29-1-016)

 
«Σκοταδισμός».

Όπως ο Χάρος κραδαίνει το δρεπάνι του, ο σκοταδισμός κραδαίνει τον  φόβο. Ο φόβος  είναι ο μεγάλος κριτής και λογοκριτής.
Η Φωτεινή Λαμπρίδου, σε άρθρο της στο http://tvxs.gr/news (29-1-016), απευθύνει κάποιου είδους ανοιχτή επιστολή στον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, με τίτλο «Ο Λιβαθινός λογόκρινε και ο Μπαλτάς εθλίβη» (σ.σ.θα λέγαμε καλύτερα συνεθλίβη…). Aς δούμε τι λέει:
«Το Εθνικό Θέατρο κατέβασε την παράσταση “Ισορροπία του Nash” μετά τις αντιδράσεις και το Υπουργείο Πολιτισμού εξέφρασε τη θλίψη του για την αναγκαστική  παύση της παράστασης. Αν δεν διακρίνουμε καλά ο ένας τον άλλο και η μία την άλλη, είναι γιατί έπεσε βαθύ σκοτάδι εκεί έξω.
Κάτι μου θυμίζει η χθεσινή σας ανακοίνωσή κύριε Λιβαθινέ.
Το 2012 άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν έξω από το Χυτήριο όπου παιζόταν η παράσταση του βραβευμένου έργου  Corpus Christi , από ρασοφόρους φανατικούς παραθρησκευτικών οργανώσεων και μέλη της Χρυσής Αυγής. Μείναμε σοκαρισμένοι να παρακολουθούμε τις σκηνές με άρωμα μεσαίωνα κι αν θυμάμαι καλά αντέδρασαν τότε ο υπ. Πολιτισμού κος Τζαβάρας αλλά και τα κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών.
Η παράσταση κατέβηκε άρον άρον και η Βάσια Παναγοπούλου με τον Λαέρτη Βασιλείου επικαλέστηκαν τις απειλές που επικαλείστε κι εσείς τώρα. Εκείνοι έγραφαν: «Παλέψαμε σε αίθουσες δικαστηρίων και δικαιωθήκαμε. Αλλά… Δεν ήταν αρκετό. Συνέχισαν να μας διασύρουν και να βάζουν σε κίνδυνο τους συναδέλφους μας ηθοποιούς αλλά και το σύνολο των εργαζομένων στο θέατρό μας». Εσείς υπογραμμίζετε μεταξύ άλλων πως η παράσταση «ενεργοποίησε αντιδράσεις ακραίων κύκλων, που έφτασαν στο σημείο να εκφράζουν απειλές για τη σωματική ακεραιότητα του κοινού, των καλλιτεχνών και των εργαζομένων του Εθνικού Θεάτρου».
Είναι ανθρώπινος ο φόβος κύριε Λιβαθινέ και φυσικά μεγάλη η ευθύνη όταν απειλούνται κοντινοί άνθρωποι. Όμως έχουμε πόλεμο κύριε Λιβαθινέ και γνωρίζετε καλύτερα από μένα πως η τέχνη δεν ρεμβάζει αμέριμνη αλλά χρεός της είναι να αντιστέκεται σθεναρά στον σκοταδισμό. Δυστυχώς χθες νιώσαμε  πως ο σκοταδισμός - που σήμερα εκφράστηκε από τον κύριο Μητσοτάκη, τον πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών και λοιπούς, χθες από ρασοφόρους και Χρυσαυγίτες τον μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ κ.λπ. και πάντα από τηλεδικαστές των παραθύρων,  όχι απλά ζει και βασιλεύει αλλά νικά κιόλας.
Σωστά σχολιάζετε κύριε Λιβαθινέ πως επιτέθηκαν  στην παράσταση άνθρωποι που δεν την είδαν καν. Κι εμείς δεν την είδαμε αλλά γιατί σπεύσατε να υποκύψετε στους εκφοβισμούς και να λογοκρίνετε ο ίδιος μία παράσταση του Πειραματικού θεάτρου, που  εσείς επιλέξατε. Μήπως δεν φανταστήκατε πως θα υπάρξουν αντιδράσεις σχετικά με τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Σάββα Ξηρού που περιλαμβάνει η παράσταση  «Ισορροπία του Nash»;
Γράφετε ότι δεν παραιτείστε από το δικαίωμα, τώρα και στο μέλλον, της ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης, όπως οφείλετε  να κάνετε ως Εθνικό Θέατρο και σας τιμά  που δεν προσπάθησατε να κάνετε «προληπτική λογοκρισία», όπως παραδέχεται η κυρία Δημητρακοπούλου.
Όμως το Εθνικό Θέατρο αυτολογοκρίθηκε και απολογήθηκε κύριε Λιβαθινέ την ώρα που έστω και για συμβολικούς λόγους έπρεπε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να δώσει τη δική του γενναία μάχη με τη στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού. Ο υπουργός  αρκέστηκε στο να εκφράσει τη θλίψη του, να κατανοήσει την πράξη σας και να τη δικαιολογήσει μάλιστα ως υποχρεωτική, γράφοντας στην ανακοίνωση: «Όμως, δεν μπορεί παρά να σημειώσει ότι, για την πολιτιστική ζωή της χώρας, είναι θλιβερό και ανησυχητικό το γεγονός πως το Εθνικό Θέατρο, στο κλίμα που δημιουργήθηκε, βρέθηκε αντιμέτωπο με τέτοιου είδους απειλές, ώστε εντέλει υποχρεώθηκε να κατεβάσει το επίμαχο έργο πριν από την προγραμματισμένη λήξη των παραστάσεων».
Κύριε Λιβαθινέ, κύριε Μπαλτά,
Αν οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι του πνεύματος δεν υποστηρίζουν και δεν διεκδικούν την ελευθερία της έκφρασης μέσω της τέχνης, αν το Υπουργείο Πολιτισμού μιας προοδευτικής κυβέρνησης δεν τη διασφαλίζει, πώς θα υποστηρίξουν οι υπόλοιποι το αυτονόητο αυτό δικαίωμά τους;
Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Σάββα Ξηρού αλλά είχε ή δεν είχε δικαίωμα τελικά να το εκδόσει; Δεν είδα την παράσταση της κυρίας Δημητρακοπούλου αλλά είχε ή δεν είχε το δικαίωμα να επιλέξει κείμενα της αρεσκείας της στην τέχνη της; Εγώ έχω ή όχι το δικαίωμα να τα διαβάσω να τα παρακολουθήσω, να με εμπνεύσουν ή να τα απορρίψω; Κι αν αισθάνομαι τώρα πως αρθρογραφώ κάπου πίσω στη δεκαετία του 1950, είναι που η «Ισορροπία του Nash» αποκάλυψε την ασταθή ισορροπία του δικού μας αξιακού συστήματος για άλλη μια φορά.
Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Σάββα Ξηρού δεν γνωρίζω αν έχει ή όχι λογοτεχνικό ενδιαφέρον γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μας στην προκειμένη περίπτωση. Έχω αγαπήσει όμως έργα συγγραφέων που έχουν διαπράξει εγκλήματα, γιατί όπως γνωρίζετε εσείς καλύτερα από μένα, ο δημιουργικός μας εαυτός έχει μια αυτονομία, κύριε Λιβαθινέ. Αν αύριο λοιπόν διαμαρτυρηθεί ο Άνθιμος, ο πάπας, ο τάδε πολιτικός αρχηγός ή ο πρέσβης της Γουατεμάλα επειδή ανεβάσατε έργο του Γουίλιαμ Μπάροουζ,  του Χανς Φαλάντα, της Αν Πέρι, του  Αυστριακού Γιόχαν -Τζακ-Ουντερβέγκερ τί θα κάνετε; Θα κατεβάσετε άρον άρον την παράσταση; Και σε ποιούς θα απευθύνεστε τότε; Στους θεατές που επιβραβεύουν τον σκοταδισμό κύριε Λιβαθινέ; Και το Εθνικό Θέατρο; Σε αυτούς θα απευθύνεται κι αυτό τότε;
«Η λογοκρισία είναι εργαλείο αυτών που νιώθουν την ανάγκη να κρύβουν πραγματικότητες από τον εαυτό τους κι από άλλους». Αυτό απάντησε ο Τσαρλς Μπουκόφσκι όταν λογοκρίθηκε το βιβλίο του «Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» και με πραγματική θλίψη σας το αφιερώνω, σε όσους την ασκούν αλλά κυρίως σε αυτούς που θα επιλέξουν να μην αντιδράσουν.
Θα είμαι κι εγώ σήμερα στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας ενάντια στη λογοκρισία  έξω από  το Εθνικό Θέατρο στις 7.30 μ.μ.»

Τι απαντάει το Εθνικό

"Το Θέατρο είναι τόπος ελεύθερης έκφρασης και ελεύθερου διαλόγου. Κατανοούμε τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής και την αγωνία του μήπως συμβεί κάτι έκρυθμο στο κοινό, τους ηθοποιούς και τους συντελεστές της παράστασης η «Ισορροπία του Nash», αλλά πιστεύουμε ότι έπρεπε να ολοκληρώσει τον κύκλο της και διαφωνούμε με το κατέβασμα του έργου. Μα πιο πολύ απ' όλα θέλουμε να εκφράσουμε δημοσίως την αγωνία μας γι’ αυτή την αδιανόητη επίθεση που υφίσταται η τέχνη τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.
Κάποιοι επιθυμούν να μας ρίξουν σ' ένα βαθύ συντηρητισμό και μάλιστα σε μια στιγμή που γύρω μας καταρρέουν όλα τα αυτονόητα. Εξαφανίζεται πλέον και η απλή λογική: από πού κι ως πού όταν ο καλλιτέχνης μιλάει για ένα θέμα και το ερευνά, σημαίνει ότι το αγκαλιάζει και το ενστερνίζεται; Από πότε υπάρχουν στην τέχνη θέματα ταμπού; Θα ‘πρεπε να διαγραφούν λαμπρά κομμάτια από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, το θέατρο, αν υπερίσχυε αυτή η αόρατη λίστα απαγορεύσεων!
Ο Αισχύλος θα περνούσε πολύ άσχημα, αν ήταν σύγχρονός μας, επειδή είχε την τόλμη στους "Πέρσες" να εστιάσει στον πόνο και στο θρήνο των εχθρών και μάλιστα λίγα χρόνια αφότου αυτοί είχαν κατακάψει τη χώρα του. Πολεμιστές από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας ζούσαν ακόμη όταν πρωτοανέβηκε η παράσταση. Κι απ' ότι ξέρουμε δεν απειλήθηκε η σωματική του ακεραιότητα.

Η τέχνη οφείλει να φιλοξενεί τη φωνή των αδικημένων αλλά και των αδικούντων. Αλλιώς δεν θα ‘πρεπε να ανεβαίνει κανένα έργο του Σαίξπηρ".
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου
Πρόεδρος: Θανάσης Παπαγεωργίου (σκηνοθέτης, ηθοποιός ). Αντιπρόεδρος: Κυριάκος Κατζουράκης (εικαστικός, σκηνοθέτης, ομότιμος καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ). Μέλη: Παντελής Δεντάκης (ηθοποιός ), Ιωσήφ Βιβιλάκης (θεατρολόγος, καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ). Η Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (Πηγή http://www.athinorama.gr 29-1-016)


Αφορεσμένοι

Στα χρόνια τα παλιά, τη δουλειά της λογοκρισίας την έκανε η εκκλησία. Η οποία τότε ήταν κράτος εν κράτει. Στην Ευρώπη με την Ιερά Εξέταση. Στην Ελλάδα με λιγότερο βίαιους και απάνθρωπους τρόπους. Με τους αφορισμούς.
Η Εβίτα Λύκου, σε άρθρο της στο ηλεκτρονικό περιοδικό «παπάκι» του Παντείου
(
http://www.medialab.panteion.gr) παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον ιστορικό για τους αφορισμούς μεγάλων ελλήνων συγγραφέων από την Εκκλησία.
«Στο μυαλό των χριστιανών ο αφορισμός συνδέθηκε με τους παγανιστικούς βρικόλακες αφού οι πατέρες της εκκλησίας όριζαν για τους αφορεσμένους ότι: «Εν τω ονόματι της αγίας τριάδας έχομεν και κηρύττομε αυτούς αφορισμένους, κατηραμένους και ασυγχώρητους παρά πατρός, υιού και αγίου πνεύματος και έστωσαν μετά θάνατον άλυτοι και τυμπανιαίοι, αι πέτραι και ο σίδηρος λυθήσονται αυτοί δε ουδαμώς».
Με το πέρασμα των αιώνων ο μικρός και ο μεγάλος αφορισμός (ακοινωνησία και ανάθεμα αντιστοίχως) εφαρμόστηκαν από την εκκλησία σε αιρετικούς, εχθρούς της πίστεως, εχθρούς και αντιπάλους των κατά τόπον μητροπολιτών και αρχιερέων.
Δεν ήταν λίγες οι φορές λοιπόν που ο αφορισμός χρησιμοποιήθηκε ως μέσο λογοκρισίας σε μια προσπάθεια της εκκλησίας να αποτρέψει τους πνευματικούς ανθρώπους της κάθε εποχής από το να σκέφτονται και να κρίνουν.
Λογοτέχνες, επιστήμονες και πολιτικοί έπεσαν θύματα της απολυταρχίας μιας εκκλησίας που δύσκολα θα μπορούσε να διατηρήσει τα προνόμια της και την κυριαρχία της πάνω σε αυτόβουλα όντα. Γνωστές είναι οι περιπτώσεις του αφορισμού των Ρήγα Φεραίου, Αλέξανδρου Υψηλάντη και Ελευθερίου Βενιζέλου, και μάλιστα σε εποχές που το έθνος είχε απόλυτη ανάγκη την ενότητα και την σύμπνοια πολιτικών και θρησκευτικών δυνάμεων. Στην νεοελληνική λογοτεχνία έχουμε το παράδειγμα τριών λογοτεχνών που κυνηγήθηκαν από την εκκλησία με όλους τους δυνατούς τρόπους και που σήμερα η αξία του έργου τους είναι αναμφισβήτητη.

Ανδρέας Λασκαράτος


Ο Ανδρέας Λασκαράτος υπήρξε σπουδαίος σατιρικός ποιητής και πεζογράφος. Εκ Κεφαλληνίας καταγόμενος, δεν έχασε ποτέ του το χαρακτηριστικό επτανησιακό μπρίο, που τον έβαλε μάλιστα σε μεγάλους μπελάδες όταν η πένα του στράφηκε κατά των εκκλησιαστικών αρχών. Ο Λασκαράτος ήταν διακριτό μέλος των επτανησιακών φιλολογικών κύκλων, με σπουδές στο Παρίσι και στην Πίζα... Από τα πρώτα του κείμενα φάνηκε η διαφωνία του με τα τεκταινόμενα στην εκκλησία της Κεφαλονιάς. Ακόμα όμως κι αν οι τοπικοί ιεράρχες τον ανέχονταν ως ένα βαθμό, μετά τη δημοσίευση των Μυστηρίων της Κεφαλονιάς το 1856, όπου ειρωνεύεται και καυτηριάζει την αμάθεια και την υποκρισία του κλήρου, η ανοχή εξαντλήθηκε. Ο μητροπολίτης Κεφαλληνίας Σπυρίδωνας Κοντομιχάλης προβαίνει σε αφορισμό του συγγραφέα με την υποστήριξη του φανατισμένου όχλου. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τον λόγο της ενόχλησης των δεσποτάδων όταν η γραφή του Λασκαράτου ξεσκεπάζει τους βολεμένους κληρικούς και τους τσιγκλάει σαν αγκάθι στο πλευρό: «Μπορούνε να ειπωθούνε οπαδοί του Χριστού, επειδή πιστεύουνε πως η θεότητα είναι τρισυπόστατη, ενώ η πραγματική τους θεότητα είναι το νιτερέσο τους;» αναρωτιέται ο Λασκαράτος.
 Ο αφορεσμός του επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά κι έτσι ο Λασκαράτος καταφεύγει στο Λονδίνο για να λήξει η ένταση. Τον επόμενο χρόνο επιστρέφει στο νησί αλλά οι περιπέτειές του δεν τελειώνουν εδώ, αφού περνά 4 μήνες φυλακισμένος στο Σωφρονιστήριο της Κεφαλονιάς μετά από ερήμην καταδίκη του, εξαιτίας της κυκλοφορίας της καυστικής εφημερίδας «Λύχνος». Το 1867 εκδίδει την «Απόκριση εις τον Αφορεσμόν του Κλήρου της Κεφαλονιάς τω 1856» και μπαίνει σε νέους μπελάδες και νέα δικαστική διαμάχη, αυτή τη φορά όμως το σώμα των ενόρκων τον αθωώνει.
Πολύ χαρακτηριστικό είναι το διήγημα του «Όνειρο»,  στο οποίο εμπαίζει ολόκληρο τον κλήρο και μαζί όλα τα ιερά και τα όσια. Στο διήγημα αυτό ονειρεύεται, λέει, πως πέθανε και πήγε, εξαιτίας του αφορισμού του, στην κόλαση όπου συνάντησε ένα σωρό Ιερείς, Αρχιερείς και Πατριάρχες να απολαμβάνουν περιποιήσεις ως φιλοξενούμενοι του Εωσφόρου στην κόλαση! Απευθυνόμενος μάλιστα σε γνωστό του Δεσπότη λέει τα εξής χαριτωμένα: «Μα βλέπω που αφορεσμένοι κι αφορεστάδες εις την ίδια τρύπα του Διαόλου καταντάμε!».
 Στα 1899 ο ιερέας Γεράσιμος Δορίζας, φίλος και θαυμαστής του συγγραφέα, ζήτησε και πέτυχε, μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και με το Λασκαράτο να αρνείται κατηγορηματικά να απολογηθεί, την άρση του αφορισμού. Ο Ανδρέας Λασκαράτος πέθανε ενάμιση χρόνο μετά στις 24 Ιουλίου του 1901 και κηδεύτηκε με όλες τις τιμές, ενώ η σπουδαιότητα του ως συγγραφέα έχει αναγνωριστεί στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Εμμανουήλ Ροΐδης

Το 1866 εκδίδεται στην Αθήνα ένα βιβλίο που έμελλε να ταράξει τα νερά των λογοτεχνικών κύκλων της εποχής και να φέρει φουρτούνα στους εκκλησιαστικούς. Η «Πάπισσα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροΐδη, ένα βιβλίο το οποίο επιγράφεται ως Μεσαιωνική Μελέτη και βρίθει παραπομπών και υποσημειώσεων, είναι στην ουσία ένα σατυρικό μυθιστόρημα που, σύμφωνα με τον καθηγητή λογοτεχνίας κύριο Δημήτρη Δημηρούλη, υπονομεύει τόσο το λογοτεχνικό θεσμό όσο και τις κοινωνικές συμβάσεις. Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στη νόθα κόρη μιας χηνοβοσκού που με ένα σωρό δολοπλοκίες φτάνει τελικά στο ύπατο αξίωμα της Καθολικής εκκλησίας. Γίνεται Πάπας –Πάπισσα δηλαδή, κρύβοντας το φύλο της, και πεθαίνει με τον πλέον σκανδαλιστικό τρόπο φέρνοντας στον κόσμο το παιδί του εραστή της μπροστά στα μάτια του χριστεπώνυμου πλήθους που περιμένει την ευλογία του Ποντίφικα. 
Ο Ροΐδης δεν χάνει την ευκαιρία να ειρωνευτεί την ανηθικότητα και την υποκρισία του κλήρου, αυτού του βυθισμένου στην αμαρτία που άλλο δεν κάνει παρά να καλοπερνά και να στηλιτεύει τα δήθεν ανομήματα των καθημερινών ανθρώπων. Η εκκλησία αντιδρά μανιασμένα, ζητά την επέμβαση του εισαγγελέα, αποκηρύσσει το σατανικό βιβλίο και κηρύττει αφορεσμένους όσους τολμήσουν να το διαβάσουν. Υπάρχει μια ασάφεια σχετικά με το αν αφορίστηκε και ο ίδιος ο Ροΐδης για μικρό χρονικό διάστημα πριν ανακληθεί ο αφορισμός του, ή αν τελικά δεν αφορίστηκε καθόλου, το βέβαιο όμως είναι ότι πολεμήθηκε πολύ σκληρά από τους εκκλησιαστικούς άρχοντες. 
Ο Ροΐδης αντιδρά στον πόλεμο που δέχεται, αφενός με μια άμεση επιστολή προς απάντηση της εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου «Περί αποκηρύξεως Βλάσφημου και Κακοήθους Βιβλίου», και με τις Επιστολές Αγρινιώτου, τέσσερις επιστολές τις οποίες υπογράφει ως Διονύσιος Σουρλής και οι οποίες αποτελούν ένα καταπληκτικό δείγμα της γραφής του Ροΐδη, σαρκαστικές, δεικτικές, καυστικές και πανέξυπνες. Με το θαυμάσιο ύφος του, και με όπλο μια τεράστια βιβλιογραφία απ’ όπου αντλεί παραπομπές που υποστηρίζουν τις θέσεις του, ο Ροΐδης δεν αφήνει πέτρα πάνω στην πέτρα.
Υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου, το δικαίωμα του στην αδέσμευτη έκφραση και πάνω απ’ όλα κατατροπώνει τους υποκριτές ιεράρχες με τον πλέον δηκτικό τρόπο. Κλείνοντας την Απάντηση του προς την εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, και αφού έχει σχολιάσει τον θρησκευτικό μεσαίωνα που επιδιώκει να διατηρήσει η εκκλησία, γράφει: «ο καιρός ίσως δεν είναι μακράν ότε θα είπωσι και οι Έλληνες: Δεν θέλομεν πλέον να ήμεθα Βυζαντινοί αλλά Χριστιανοί! και τότε άγιοι μου Πατέρες, όταν η ηώς αυτή και εφ’ ημάς ανατείλη, αν επιμένετε ακόμη θεωρούντες ως καταχθόνιον δαίμονα τον συγγραφέα της Ιωάννας, θέλετε αναγκασθή τουλάχιστον αντί Σατανά ονομάσετε αυτόν Εωσφόρον».

Νίκος Καζαντζάκης

Ένας από τους σπουδαιότερους νεοέλληνες πεζογράφους που προκάλεσε τις εκκλησιαστικές αρχές, όχι γιατί ειρωνεύτηκε την κοσμικότητα της εκκλησίας, αλλά λόγου του ανήσυχου πνεύματος του, της υπαρξιακής αγωνίας και των φιλοσοφικών του αναζητήσεων. Ο Καζαντζάκης χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του πολίτη του κόσμου και ως τέτοιος στοχαζόταν μακριά από τον συντηρητισμό και τη στενομυαλιά της ελληνικής κοινωνίας. Επιπλέον, εκτός του ότι είχε δεχθεί την επίδραση ανατολίτικων θρησκειών και κυρίως του Βουδισμού, ο Καζαντζάκης ήταν και μέλος της Τεκτονικής Στοάς των Αθηνών. Μια προσωπικότητα λοιπόν που αν μη τι άλλο ενοχλούσε την εκκλησιαστική ηγεσία της εποχής. 
Το 1953 η εκκλησία ζητά το διωγμό του Νίκου Καζαντζάκη πριν ακόμα εκδοθεί ο «Τελευταίος Πειρασμός», ο συγγραφέας απαντά στις απειλές για αφορισμό λέγοντας: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι πατέρες, σας δίνω κι εγώ μια ευχή: Σας εύχομαι να ‘ναι η συνείδηση σας τόσο καθαρή, όσο είναι η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ».
Ο Πάπας συμπεριλαμβάνει τον «Τελευταίο Πειρασμό» στο Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης δεν δίνει την παραμικρή σημασία στις απειλές και τις διώξεις, συνεχίζει να γράφει και να προσφέρει μέχρι το θάνατο του το 1957 στη Γερμανία. Η κηδεία του έγινε στο Ηράκλειο χωρίς εκκλησιαστική τελετή. Πάνω στον τάφο του είχε ζητήσει να αναγραφεί η γνωστή βουδιστική φράση: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος».
 Το ειρωνικό είναι ότι όπως αποκάλυψε η έρευνα της δημοσιογράφου Ελένης Κατσουλάκη χρόνια μετά, ο αφορισμός του Καζαντζάκη δεν ίσχυσε ποτέ στην πραγματικότητα, αφού δεν είχε υπογραφεί, όπως απαιτείται, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Τα έργα του Καζαντζάκη γνωρίζουν ακόμα και σήμερα τεράστια επιτυχία, όμως οι αντιδράσεις τις εκκλησίας δεν έλειψαν με τον θάνατο του συγγραφέα.
Το 1975 η ελληνική τηλεόραση ετοιμάζεται να προβάλει σε συνέχειες το έργο του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» και η εκκλησία αντιδρά έντονα: «Η Ιερά Σύνοδος κατά την σημερινήν αυτήν συνεδρίαν, πληροφορηθείσα ότι υπάρχει πρόθεσις προβολής από της τηλεοράσεως του βλασφήμιου έργου του Ν. Καζαντζάκη «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», περί του οποίου από πολλών ετών η Εκκλησία, απεφάνθη ότι είναι δυσσεβές και αντιχριστιανικόν, απεφάσισε να προβή εις αμέσους εντόνους ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις προς αποτροπήν της τοιαύτης προβολής, η οποία θα σκανδαλίσει και θα βλάψει πνευματικώς το Χριστεπώνυμον πλήρωμα της εκκλησίας της Ελλάδος...». Επιπλέον, ο Τελευταίος Πειρασμός του Μάρτιν Σκορτσέζε αντιμετωπίζει από το 1988 τις κλειστές πόρτες των ελληνικών κινηματογραφικών αιθουσών, ενώ την χρονιά που μας πέρασε και ενώ επρόκειτο να προβληθεί από τον τηλεοπτικό σταθμό Star, η προβολή του ακυρώθηκε χάρη στην αντίδραση της αρχιεπισκοπής εκ μέρους σκανδαλιζόμενων χριστιανών».







- Copyright © Touareg Blue -